Το όνειρο τρεμόφεξε κι έσβησε, ενώ η σαπουνόφουσκα έσπασε. Παρά το μήνυμα, θα γελούσε αν είχε φωνητικές χορδές. Μα ασώματη φωνή στο όνειρό σου μπορεί να έχει εντυπωσιακά αποτελέσματα, ειδικά αν φοβάσαι πως ο ομιλητής ίσως και να σε κρυφοκοιτάζει. Η Νυνάβε δεν ήταν από αυτές που ξεχνάνε εύκολα, ακόμα κι αν πρόκειται για τυχαίο γεγονός.
Η φωσφορίζουσα θάλασσα περιδινήθηκε γύρω της ξανά, μέχρι που εστίασε σε άλλο ένα μικροσκοπικό φως που στραφτάλιζε. Η Ηλαίην. Το πιθανότερο ήταν πως οι δύο γυναίκες κοιμόντουσαν καμιά δεκαριά βήματα απόσταση η μία από την άλλη, στο Έμπου Νταρ, αλλά οι αποστάσεις εδώ δεν είχαν κανένα νόημα. Ή, μάλλον, αποκτούσαν διαφορετικό νόημα.
Αυτή τη φορά, με το που παρέδωσε το μήνυμά της, το όνειρο έπαλλε κι άλλαξε. Εξακολουθούσε να μοιάζει με οποιοδήποτε άλλο κι ωστόσο, για την ίδια, είχε μεταμορφωθεί. Μήπως οι λέξεις παρέσυραν την Ηλαίην σε κάποιο άλλο όνειρο; Πάντως, θα της εντυπώνονταν και θα τις θυμόταν μόλις ξυπνούσε.
Με τις χορδές της Νίκολα και της Αράινα καταπνιγμένες λίγο παραπάνω, είχε έρθει η ώρα να στρέψει την προσοχή της στον Ραντ. Δυστυχώς, το να ξετρυπώσει τα όνειρά του ήταν εξίσου ανώφελο με το να ξετρυπώσει μια Άες Σεντάι. Ο Ραντ, όπως κι αυτές, τα προστάτευε, αν κι η ασπίδα προστασίας που χρησιμοποιούσε ένας άντρας διέφερε από μιας γυναίκας. Η ασπίδα μιας Άες Σεντάι ήταν ένα κρυστάλλινο κέλυφος, μια σφαίρα χωρίς ραφές υφασμένη από το Πνεύμα, αλλά, άσχετα αν έμοιαζε διάφανο, η υφή του ήταν γερή σαν του ατσαλιού. Ούτε που θυμόταν πόσες άχρηστες ώρες είχε κατασπαταλήσει προσπαθώντας να διαπεράσει το δικό του. Εκεί που το προστατευμένο όνειρο μιας αδελφής έμοιαζε ευκρινέστερο από κοντά, το δικό του γινόταν θολότερο, σαν να κοιτάς σε λασπωμένο νερό. Μερικές φορές, είχες την εντύπωση πως κάτι κινείτο μέσα σε αυτούς τους γκριζοκαφέ στροβιλισμούς, αλλά ποτέ δεν μπορούσες να πεις με σιγουριά.
Η ατελείωτη αλληλοδιαδοχή των φώτων περιδινήθηκε και σταθεροποιήθηκε για άλλη μια φορά, κι η Εγκουέν πλησίασε το όνειρο μιας τρίτης γυναίκας. Σίμωσε διακριτικά. Ανάμεσα στην ίδια και στην Άμυς μεσολαβούσαν τόσα πολλά που δεν διέφερε από το πλησίασμα ενός ονείρου της μάνας της. Η αλήθεια -έπρεπε να το παραδεχτεί- ήταν ότι ένιωθε ανταγωνιστικά απέναντι στην Άμυς. Επιθυμούσε το σεβασμό εκ μέρους της σχεδόν όσο και της Αίθουσας, και μάλιστα, αν ήταν αναγκασμένη να διαλέξει, θα προτιμούσε αυτόν της Άμυς. Καμιά Καθήμενη δεν είχε σε μεγαλύτερη υπόληψη από αυτήν. Βάζοντας στην άκρη κάθε επιφυλακτικότητα, προσπάθησε να απαλύνει τη "φωνή" της, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. ΑΜΥΣ, Η ΕΓΚΟΥΕΝ ΕΙΜΑΙ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΜΙΛΗΣΩ.
Ερχόμαστε, απάντησε μουρμουριστά μια φωνή. Η φωνή της Άμυς.
Η Εγκουέν έκανε λίγο πίσω, ξαφνιασμένη. Ήταν έτοιμη να γελάσει με τον εαυτό της. Καλό θα ήταν να έχει κατά νου πως οι Σοφές είχαν κάμποσα χρόνια μεγαλύτερη εμπειρία. Υπήρχαν στιγμές που φοβόταν ότι η υπόληψή της θα αμαυρωνόταν με το να μη δουλεύει σκληρότερα για να βελτιώσει τις ικανότητές της αναφορικά με τη Μία Δύναμη. Από την άλλη, λες και λειτουργούσε σαν ένα είδος εξισορρόπησης, κάποιες φορές όλα έμοιαζαν σαν να προσπαθούσε να σκαρφαλώσει μια απότομη πλαγιά κάτω από καταιγίδα.
Έπιασε μια κίνηση στην άκρη του πεδίου ορατότητάς της. Ένα από αυτά τα φωτεινά σημαδάκια γλίστρησε μέσα σε αυτή τη θάλασσα των αστεριών και μετατοπίστηκε προς το μέρος της, σαν να είχε δική του βούληση. Το μέγεθός του αυξανόταν ολοένα. Μόνο μια ονειροβάτισσα θα μπορούσε να προκαλέσει κάτι τέτοιο. Πανικόβλητη, έκανε να φύγει, ευχόμενη να είχε λαιμό για να ουρλιάξει, να καταραστεί ή απλώς να φωνάξει. Ωστόσο, μια μικροσκοπική γωνιά του μυαλού της ήθελε να παραμείνει σε εκείνο το σημείο και να περιμένει.
Αυτή τη φορά, τα αστέρια δεν κουνήθηκαν. Χάθηκαν, έτσι απλά, κι η Εγκουέν βρέθηκε να γέρνει πάνω σε έναν παχύ κίονα από κοκκινόπετρα, λαχανιασμένη λες κι είχε τρέξει ένα μίλι, με την καρδιά της να βροντοκοπάει στο στήθος της έτοιμη να σπάσει. Ύστερα από ένα λεπτό, έριξε μια ματιά στον εαυτό της κι άρχισε να γελάει με κάποια αστάθεια, πασχίζοντας να πάρει ανάσα. Φορούσε μια πλουμιστή εσθήτα από απαστράπτων, πράσινο μετάξι, δουλεμένη με χρυσαφιά κλωστή σε πλατιές, περίτεχνες λωρίδες που διέσχιζαν το μπούστο και προχωρούσαν κατά μήκος του ποδόγυρου. Το μπούστο ήταν πολύ περισσότερο αποκαλυπτικός απ' ό,τι στην κανονική της ζωή κι ένα πλατύς καταζώστης από πλεγμένο χρυσάφι έκανε τη μέση της να φαντάζει λεπτότερη απ' όσο ήταν στην πραγματικότητα. Ίσως πάλι να ήταν κι η ίδια λεπτότερη σε αυτή την κατάσταση. Εδώ, στον Τελ'αράν'ριοντ, μπορούσες να είσαι όποιος ήθελες, ό,τι ήθελες, ακόμα κι αν αυτή η επιθυμία ήταν υποσυνείδητη αν δεν πρόσεχες πολύ. Ο Γκάγουιν Τράκαντ είχε άσχημες επιπτώσεις επάνω της, πολύ άσχημες.