Αυτό το μικροσκοπικό κομμάτι του εαυτού της εξακολουθούσε να επιθυμεί να κατακλυστεί από το όνειρο του. Να κατακλυστεί και να απορροφηθεί. Αν μια ονειροβάτισσα αγαπούσε κάποιον παράφορα ή αν τον μισούσε πέρα από κάθε λογική, κι ειδικά αν τα συναισθήματα ήταν αμοιβαία, μπορούσε να μπει μέσα στο όνειρο του. Έλκυε το όνειρο -ή, ίσως, αυτό να έλκυε την ίδια- σαν μαγνητίτης που έλκει τα ρινίσματα του σιδήρου. Δεν ήταν ότι μισούσε τον Γκάγουιν, αλλά δεν ήθελε να παγιδευτεί στο όνειρο του, όχι απόψε τουλάχιστον, μέχρι να ξυπνήσει και να δει τον εαυτό της με τον τρόπο που την έβλεπε αυτός. Στα μάτια του φάνταζε περισσότερο όμορφη απ' όσο πραγματικά ήταν. Παραδόξως, αυτός έμοιαζε πιο άσχημος απ' ό,τι ήταν στην ενσυνείδητη ζωή. Αν η αγάπη ή το μίσος ήταν ισχυρά, δεν τίθετο θέμα δυνατού μυαλού ή ικανότητας συγκέντρωσης. Από τη στιγμή που βρισκόσουν μέσα στο όνειρο, παρέμενες εκεί μέχρι το άτομο να σταματήσει να σε ονειρεύεται. Μόλις θυμήθηκε τι ονειρευόταν ο Γκάγουιν ότι έκανε μαζί της αισθάνθηκε ένα έντονο αναψοκοκκίνισμα να ανάβει το πρόσωπό της.
«Καλά που δεν μπορούν να με δουν οι Καθήμενες», μουρμούρισε. «Θα με θεωρούσαν καμιά πιτσιρίκα από δω κι εμπρός». Οι ώριμες γυναίκες δεν σαλιάριζαν ούτε λαχταρούσαν έναν άντρα με αυτόν τον τρόπο, γι' αυτό ήταν σίγουρη. Ούτε οι γυναίκες με κάποια δόση λογικής θα έκαναν ποτέ κάτι παρόμοιο. Όσα επιθυμούσε θα έβγαιναν αλήθεια, αλλά θα διάλεγε αυτή το πότε. Θα ήταν δύσκολο να πάρει άδεια από τη μητέρα της, αλλά όχι κι αδύνατο, ακόμα κι αν δεν καλοκοίταζε τον Γκάγουιν. Η Μάριν αλ'Βέρ εμπιστευόταν την κρίση της κόρης της. Τώρα, είχε έρθει η ώρα για τη νεότερη κόρη της να αποδείξει ότι είχε κι αυτή κρίση και να αφήσει για αργότερα τις φαντασιώσεις.
Κοίταξε τριγύρω κι ευχήθηκε σχεδόν να άφηνε τον Γκάγουιν να γεμίσει τις σκέψεις της. Ακόμα πιο ογκώδεις κίονες υψώνονταν προς κάθε κατεύθυνση, υποστηρίζοντας μια ανυψωμένη, θολωτή οροφή κι έναν μεγάλο θόλο. Κανείς από τους επίχρυσους φανούς που κρέμονταν από τις χρυσές αλυσίδες, πάνω από το κεφάλι της, δεν ήταν αναμμένος, κι ωστόσο υπήρχε διάχυτο φως, χωρίς να προέρχεται από καμιά πηγή, ούτε ιδιαίτερα φωτεινό ούτε αμυδρό. Η Καρδιά της Πέτρας, στο εσωτερικό του τεράστιου φρουρίου που αποκαλείται η Πέτρα του Δακρύου. Ή, καλύτερα, η αντανάκλαση της στον Τελ'αράν'ριοντ, μια αντανάκλαση που δεν διέφερε σχεδόν σε τίποτα από το πρωτότυπο. Αυτός ήταν ο τόπος που είχαν διαλέξει οι Σοφές για να τις συναντήσει στο παρελθόν. Παράξενος για Αελίτισσα, έτσι της είχε φανεί. Θα περίμενε να διάλεγαν το Ρουίντιαν, τώρα που ήταν ανοικτό, ή κάποιο σημείο της Ερημιάς του Άελ, ή απλώς τον τόπο που θα τύχαινε να βρίσκονται οι Σοφές εκείνη τη στιγμή. Οποιοδήποτε μέρος εκτός από το στέντιγκ του Ογκίερ είχε την αντανάκλασή του στον Κόσμο των Ονείρων - ακόμα και το στέντιγκ από μόνο του. Όμως, δεν θα μπορούσαν να εισέλθουν, ακριβώς όπως και το Ρουίντιαν ήταν κλειστό κάποτε. Για τον καταυλισμό των Άες Σεντάι, ούτε λόγος βέβαια. Κάποιες από τις αδελφές είχαν πλέον πρόσβαση στο τερ'ανγκριάλ, κάτι που τους επέτρεπε να εισέλθουν στον Κόσμο των Ονείρων και, μια και κανείς δεν ήξερε τι έκαναν, συχνά εμφανίζονταν στο πεδίο του Τελ'αράν'ριοντ λες κι απλώς περιδιάβαιναν το χώρο.
Όπως τα ανγκριάλ και τα σα'ανγκριάλ, έτσι και τα τερ'ανγκριάλ ήταν ιδιοκτησία του Λευκού Πύργου σύμφωνα με τους νόμους του Πύργου, άσχετα ποιος τα κατείχε προς το παρόν. Πολύ σπάνια επέμενε ο Πύργος, τουλάχιστον όταν η κατοχή είχε γίνει από κάποιο μέρος όπως η Μεγάλη Γαιοκτησία, στην Πέτρα του Δακρύου -τελικά θα κατέληγαν στις Άες Σεντάι κι ο Λευκός Πύργος διέθετε αρκετή υπομονή όποτε χρειαζόταν — αλλά όσα βρίσκονταν όντως σε χέρια Άες Σεντάι θεωρούνταν δώρο της Αίθουσας, της κάθε Καθήμενης ξεχωριστά. Ένα είδος δανεικού κι αγύριστου, περίπου. Η Ηλαίην είχε μάθει να αναπαράγει ονειρικά τερ'ανγκριάλ και με τη Νυνάβε είχαν πάρει δύο μαζί τους, αλλά τα υπόλοιπα βρίσκονταν στην κατοχή της Αίθουσας μαζί με οτιδήποτε άλλο είχε κατασκευάσει η Ηλαίην. Πράγμα που σήμαινε πως η Σέριαμ κι η μικρή της κλίκα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν όποτε ήθελαν, όπως επίσης κι η Λελαίν με τη Ρομάντα, αν και το πιθανότερο ήταν ότι οι δύο τελευταίες έστελναν άλλες να εισέλθουν στον Τελ'αράν'ριοντ. Μέχρι προσφάτως, καμιά Άες Σεντάι δεν είχε ονειροβατήσει εδώ κι αιώνες μια κι εξακολουθούσαν να υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες, οι περισσότερες εκ των οποίων είχαν να κάνουν με την πίστη ότι μπορούσαν να μάθουν από μόνες τους. Όπως και να έχει, το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε απόψε η Εγκουέν ήταν να την κατασκοπεύσει κάποια από τις ακολούθους τους.