Λες και την ευαισθητοποίησε η ίδια η σκέψη της κατασκοπίας, αντιλήφθηκε αθέατα μάτια να την παρακολουθούν. Η αίσθηση αυτή ήταν μονίμως παρούσα στον Τελ'αράν'ριοντ κι ακόμα κι οι Σοφές δεν γνώριζαν το λόγο, αλλά, πέρα από την απανταχού παρούσα επιρροή των κρυμμένων ματιών, ίσως και να υπήρχαν αληθινοί παρατηρητές. Δεν σκέφτηκε καν τη Ρομάντα ή τη Λελαίν.
Ψηλαφώντας με το χέρι της τον κίονα, έκανε το γύρο του, μελετώντας το δάσος της κοκκινόπετρας καθώς αυτό απλωνόταν πέρα, στις σκιές που βάθαιναν. Το φως που την περιστοίχιζε δεν ήταν αληθινό. Όποιος κι αν κρυβόταν σ' αυτές τις σκιές μπορούσε να δει το ίδιο φως γύρω τους, ενώ οι ίδιες οι σκιές έκρυβαν τη γυναίκα. Κόσμος άρχισε να εμφανίζεται ξαφνικά, άντρες και γυναίκες, φευγαλέες εικόνες που χάνονταν ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα. Δεν την ενδιέφεραν όσοι άγγιζαν τον Κόσμο των Ονείρων στον ύπνο τους. Ο καθένας θα μπορούσε να το κάνει αυτό τυχαία, αλλά, ευτυχώς γι' αυτούς, μονάχα για λίγες στιγμές. Ποτέ δεν έμεναν αρκετά για να αντιμετωπίσουν κάποιον από τους κινδύνους. Το Μαύρο Άτζα είχε στην κατοχή του κι ονειρικά τερ'ανγκριάλ επίσης, κλεμμένα από τον Πύργο. Χειρότερα ακόμα, η Μογκέντιεν ήξερε τον Τελ'αράν'ριοντ τόσο καλά όσο κι οποιαδήποτε ονειροβάτισσα. Ίσως και καλύτερα. Είχε τη δυνατότητα να ελέγξει το μέρος αυτό, όπως κι οποιονδήποτε που το κατοικούσε, το ίδιο εύκολα σαν να κουνούσε το χέρι της.
Για μια στιγμή, η Εγκουέν ευχήθηκε να είχε κατασκοπεύσει τα όνειρα της Μογκέντιεν όσο η τελευταία ήταν ακόμα κρατούμενη. Μια φορά ήταν αρκετή, ίσα-ίσα για να μάθει να τα ξεχωρίζει. Ακόμα όμως κι αν κατάφερνε να αναγνωρίσει τα όνειρά της, δεν σήμαινε ότι θα της αποκάλυπταν πού βρισκόταν. Άσε που υπήρχε η πιθανότητα να είχε παρασυρθεί παρά τη θέλησή της. Το σίγουρο ήταν πως καταφρονούσε αρκετά τη Μογκέντιεν κι οι Αποδιωγμένοι τη μισούσαν απεριόριστα. Ό,τι συνέβαινε εκεί δεν ήταν αληθινό, τουλάχιστον όχι τόσο αληθινό όσο στον Τελ'αράν'ριοντ, αλλά το θυμόσουν σαν να ήταν. Μια νύχτα κάτω από την εξουσία της Μογκέντιεν θα μετατρεπόταν σε εφιάλτη, τον οποίο θα ζούσε και θα ξαναζούσε όποτε πήγαινε για ύπνο για το υπόλοιπο της ζωής της. Ίσως, μάλιστα, να τον βίωνε και ξύπνια.
Άλλη μια τροχιά. Τι ήταν αυτό; Μια σκοτεινή, βασιλικά όμορφη γυναίκα που φορούσε ένα καπέλο καλυμμένο με μαργαριτάρια και μια δαντελωτή εσθήτα με κολάρο βάδισε ανάμεσα στις σκιές και χάθηκε. Μια Δακρυνή που ονειρευόταν, μια Αρχόντισσα ή κάποια που ονειρευόταν πως ήταν Αρχόντισσα. Ξύπνια, ίσως να ήταν μια παρακατιανή, γυναίκα αγρότη ή εμπόρου.
Μάλλον ήταν καλύτερα να κατασκοπεύσει τον Λογκαίν παρά τη Μογκέντιεν. Εξακολουθούσε να μην έχει ιδέα πού βρισκόταν, αλλά ίσως κάτι να γνώριζε για τα σχέδιά του. Βέβαια, το να εισέδυε στο όνειρό του δεν θα ήταν και πολύ πιο ευχάριστο από το να έμπαινε στο όνειρο της Μογκέντιεν. Μισούσε όλες τις Άες Σεντάι. Ήξερε πως ήταν αναγκαίο να κανονίσει τη δραπέτευσή του, απλώς ήλπιζε να μην ήταν μεγάλο το τίμημα. Ξέχνα τον Λογκαίν. Η Μογκέντιεν ήταν ο κυριότερος κίνδυνος, η Μογκέντιεν που μπορεί να την κυνηγούσε ακόμα κι εδώ, ειδικά εδώ, η Μογκέντιεν που...
Αντιλήφθηκε ξαφνικά πόσο είχαν βαρύνει οι κινήσεις της κι ένας θυμωμένος ήχος ξέφυγε από το λαρύγγι της, κάτι σαν βογκητό. Η όμορφη εσθήτα είχε μετατραπεί σε ολόσωμη, θωρακισμένη πανοπλία, σαν κι αυτές που φορούσε το ιππικό του Γκάρεθ Μπράυν. Ένα κράνος με ανοιχτή προσωπίδα τής κάλυπτε το κεφάλι, με ένα λοφίο που είχε τη μορφή της Φλόγας της Ταρ Βάλον. Ήταν ιδιαίτερα εκνευριστικό. Αυτή η αίσθηση αδυναμίας αυτοελέγχου ξεπερνούσε τις δυνάμεις της.
Με σταθερές κινήσεις, άλλαξε την πανοπλία σε αυτό που φορούσε τότε που είχε ξανασυναντήσει τις Σοφές. Ήταν απλώς θέμα σκέψης. Ολόσωμη φούστα από μαύρο μαλλί και μια χαλαρή, λευκή μπλούζα αλγκόντ, σαν κι αυτή που φορούσε όταν την εκπαίδευαν, κι από πάνω ένα σάλι με κρόσσια, τόσο σκούρο πράσινο που καταντούσε σχεδόν μαύρο, μαζί με μια διπλωμένη εσάρπα που συγκρατούσε τα μαλλιά της. Φυσικά, δεν αναπαρήγαγε τα κοσμήματά τους, όλα αυτά τα βραχιόλια και τα περιδέραια. Θα γελούσαν μαζί της. Η γυναίκα φτιάχνει τη συλλογή της με τα χρόνια, όχι στο βλεφάρισμα ενός ονείρου.
«Ο Λογκαίν είναι καθ' οδόν προς τον Μαύρο Πύργο», είπε δυνατά, κι έτσι ήλπιζε, μια και κατ' αυτόν τον τρόπο θα υπήρχε ένας έλεγχος επάνω του. Αν τον έπιαναν και τον ειρήνευαν, ο Ραντ δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει καμιά αδελφή που την ακολούθησε, «κι η Μογκέντιεν δεν έχει τρόπο να μάθει πού ακριβώς βρίσκομαι». Προσπάθησε να κάνει αυτές τις σκέψεις να φανούν σαν βεβαιότητα.