Выбрать главу

Ίσως ήταν αναπόφευκτο να ονειρευτεί πρώτον απ' όλους τον Γκάγουιν, μια και τον σκεφτόταν.

Στεκόταν σε ένα αχανές, μουντό δωμάτιο όπου τα πάντα ήταν ακαθόριστα. Τα πάντα εκτός από τον Γκάγουιν, ο οποίος ερχόταν προς το μέρος της με αργές κινήσεις. Ήταν ένας ψηλός, όμορφος άντρας -άραγε, αναρωτήθηκε ποτέ της αν ο ετεροθαλής αδελφός του, ο Γκάλαντ, ήταν ομορφότερος;- χρυσομάλλης και με υπέροχα, βαθυγάλαζα μάτια. Είχε να διανύσει ακόμα κάμποση απόσταση, αλλά την έβλεπε καθαρά. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο επάνω της, όπως του τοξότη πάνω στο στόχο. Ένας αδιόρατος, τριζάτος και στριγκός ήχος ακουγόταν από κάπου στο χώρο. Η Εγκουέν κοίταξε προς τα κάτω κι ένιωσε μια κραυγή να φουντώνει μέσα της. Ο Γκάγουιν περπατούσε ξυπόλητος σε ένα δάπεδο στρωμένο με σπασμένα γυαλιά. Σε κάθε του αργό βήμα θραύσματα τσακίζονταν. Ακόμα και κάτω από αυτό το ημίφως, διέκρινε καθαρά τα αιμάτινα αχνάρια που άφηναν πίσω τους τα χαρακωμένα του πόδια. Άπλωσε το χέρι της προς το μέρος του πασχίζοντας να του φωνάξει να σταματήσει, πασχίζοντας να τρέξει κοντά του, αλλά ξαφνικά βρέθηκε αλλού.

Όπως γίνεται συνήθως στα όνειρα, αιωρείτο πάνω από έναν μακρύ, ίσιο δρόμο που διέσχιζε μια χλοώδη πεδιάδα, κοιτώντας κάτω, προς το μέρος ενός άντρα που ίππευε έναν κατάμαυρο επιβήτορα. Ο Γκάγουιν. Την επόμενη στιγμή στεκόταν στο δρόμο, μπροστά του, κι αυτός τραβούσε βιαστικά τα γκέμια, όχι επειδή την είδε, αλλά επειδή ο -μέχρι εκείνη τη στιγμή ίσιος- δρόμος διακλαδιζόταν στο σημείο που στεκόταν η Εγκουέν, περνώντας πάνω από ψηλούς λόφους πίσω από τους οποίος κανείς δεν μπορούσε να δει τι υπήρχε. Αυτή όμως ήξερε. Αν ο Γκάγουιν ακολουθούσε τη μια διακλάδωση, θα έβρισκε φρικτό θάνατο, αλλά αν ακολουθούσε την άλλη τον περίμενε μακροζωία και θάνατος σε βαθιά γεράματα. Ο ένας δρόμος οδηγούσε στο γάμο τους, ο άλλος όχι. Γνώριζε το μέλλον, αλλά δεν ήξερε ποιο ήταν το σωστό παρακλάδι. Ξαφνικά την πρόσεξε, ή έτσι φάνηκε. Χαμογέλασε κι έστρεψε το άλογό του να ακολουθήσει τον ένα δρόμο... Η Εγκουέν βρέθηκε σ' ένα άλλο όνειρο. Και σε άλλο. Και σε άλλο. Ξανά και ξανά.

Δεν αφορούσαν όλα το μέλλον. Σε μερικά ονειρεύτηκε ότι φιλούσε τον Γκάγουιν, σε άλλα ότι ήταν παιδί και, μαζί με τις αδελφές της, κυνηγιόντουσαν στα δροσερά, ανοιξιάτικα λιβάδια, ενώ διάφοροι εφιάλτες έμπαιναν σαν σφήνα, όπου οι Άες Σεντάι την είχαν πάρει στο κυνήγι κρατώντας βέργες και την καταδίωκαν μέσα από ατελείωτους διαδρόμους, στις σκιές των οποίων παραφυλούσαν παραμορφωμένα όντα, κι όπου εμφανιζόταν η Νίκολα με ένα χαιρέκακο χαμόγελο καταδίδοντάς τη στην Αίθουσα, ενώ ο Θομ Μέριλιν ετοιμαζόταν να καταθέσει εναντίον της. Τέτοιου είδους όνειρα τα απέρριψε. Τα υπόλοιπα τα αρχειοθέτησε για να τα ανασκαλέψει και να τα μελετήσει αργότερα, με την ελπίδα να καταλάβει τι σημαίνουν.

Στεκόταν μπροστά σε έναν θεόρατο τοίχο, γαντζωμένη επάνω του, πασχίζοντας να τον ρίξει με γυμνά χέρια. Δεν ήταν φτιαγμένος από τούβλα και πέτρες αλλά από αμέτρητες χιλιάδες δίσκους, κατά το ήμισι άσπρους και κατά το ήμισι μαύρους, το αρχαίο σύμβολο των Άες Σεντάι, όπως οι εφτά σφραγίδες που κρατούσαν κάποτε ερμητικά κλειστή τη φυλακή του Σκοτεινού. Κάποιες από αυτές τις σφραγίδες είχαν σπάσει πια, παρ' όλο που ούτε καν η Μία Δύναμη δεν μπορούσε να σπάσει το κουεντιγιάρ. Οι υπόλοιπες είχαν αποδυναμωθεί κάπως, αλλά ο τοίχος παρέμενε ακλόνητος όσο κι αν τον χτύπαγε. Ήταν αδύνατον να τον γκρεμίσει. Ίσως ήταν το σύμβολο που είχε σημασία. Ίσως, στην πραγματικότητα, προσπαθούσε να συντρίψει τις Άες Σεντάι ή τον Λευκό Πύργο. Ίσως...

Ο Ματ καθόταν στην κορυφή ενός λόφου που η νύχτα τον είχε καλύψει σαν πέπλο, παρακολουθώντας έναν μεγάλο Φωτοδότη να κάνει επίδειξη με τα πυροτεχνήματά του. Ξαφνικά, τίναξε τα χέρια του ψηλά κι άρπαξε ένα από αυτά τα εκρηγνυόμενα φώτα, στον ουρανό. Φωτεινά βέλη άστραψαν μέσα από τις κλειστές του παλάμες και μια αίσθηση δέους πλημμύρισε την Εγκουέν. Θα μπορούσε να πεθάνει κόσμος από αυτό. Ο κόσμος θα άλλαζε. Μα, ο κόσμος άλλαζε ήδη. Πάντα άλλαζε.