Οι ιμάντες στη μέση της και στους ώμους της την κρατούσαν σταθερά πάνω στο κούτσουρο, ενώ το τσεκούρι του δήμιου είχε αρχίσει την καθοδική του πορεία, αλλά ήξερε πως κάπου, κάποιος έτρεχε κι ότι, αν έτρεχε αρκετά γοργά, το τσεκούρι θα έμενε μετέωρο. Αν όχι... Ένιωσε μια κρυάδα σε εκείνη τη γωνία του μυαλού της.
Ο Λογκαίν γελούσε καθώς πάταγε πάνω σε κάτι που υπήρχε στο έδαφος και σκαρφάλωνε πάνω σε μια μαύρη πέτρα. Όταν κοίταξε κάτω νόμισε πως ήταν το κορμί του Ραντ πάνω στο οποίο είχε πατήσει ο Λογκαίν, ξαπλωμένο σε ένα νεκροκρέβατο, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Όταν άγγιξε το πρόσωπό του αυτό διαλύθηκε σαν χάρτινο ανδρείκελο.
Ένα χρυσό γεράκι άπλωσε διάπλατα τις φτερούγες του και την άγγιξε. Αυτή και το γεράκι ήταν, με κάποιον τρόπο, δεμένοι. Το μόνο που ήξερε ήταν πως επρόκειτο για θηλυκό γεράκι. Ένας ετοιμοθάνατος άντρας κειτόταν πάνω σε ένα στενό κρεβάτι, κι ήταν πολύ σημαντικό να μην πεθάνει. Ωστόσο, μια νεκρική πυρά είχε στηθεί έξω, ενώ ακούγονταν τραγούδια χαράς και λύπης. Ένας μελαψός νεαρός κρατούσε ένα αντικείμενο στο χέρι του, τόσο λαμπερό που αδυνατούσε να διακρίνει τι ήταν.
Τα όνειρα παρέλαυναν το ένα μετά το άλλο, κι η Εγκουέν προσπαθούσε μανιασμένα να τα ταξινομήσει, πάσχιζε απεγνωσμένα να τα κατανοήσει. Ανάπαυση δεν υπήρχε. Ήταν απαραίτητο να κάνει αυτό που έπρεπε.
11
Ένας Όρκος
«Ζήτησες να σε ξυπνήσουμε προτού ανατείλει ο ήλιος, Μητέρα». Τα μάτια της Εγκουέν άνοιξαν απότομα -είχε προγραμματίσει τον εαυτό της να σηκωθεί λίγα λεπτά αργότερα- κι έκανε να ακουμπήσει ξανά στο μαξιλάρι αντικρίζοντας το πρόσωπο από πάνω της. Τραχύ και λάμποντας από τον ιδρώτα, δεν ήταν κι ό,τι καλύτερο πρωί-πρωί. Οι τρόποι της Μέρι ήταν γεμάτοι σέβας, αλλά η στενή μύτη, το μόνιμα στραβό στόμα και τα σκοτεινά, γεμάτα μομφή μάτια μαρτυρούσαν πως δεν είχε δει ποτέ της κανέναν που να είναι έστω κατά το ήμισυ καλός απ' όσο θα έπρεπε να είναι αυτή, ή απ' όσο προσποιούνταν ότι είναι, με αποτέλεσμα ο επίπεδος τόνος της φωνής της να κάνει κάθε νόημα να μοιάζει αλλοπρόσαλλο.
«Ελπίζω να κοιμήθηκες καλά, Μητέρα», είπε, κι η έκφρασή της έκρυβε μια ελαφρά κατηγόρια οκνηρίας. Τα μαύρα της μαλλιά, δεμένα σε σφικτές κουλούρες πάνω από τα αυτιά της, έμοιαζαν να της τραβάνε το πρόσωπο με οδυνηρό τρόπο. Το μονότονο κι υπόφαιο, σκούρο γκρίζο φόρεμα με το οποίο ντυνόταν πάντα, άσχετα αν την έκανε να ιδρώνει, πρόσθετε κάτι ακόμα στη μελαγχολική ατμόσφαιρα.
Κρίμα που δεν κατάφερε να χαλαρώσει, έστω και για λίγο. Η Εγκουέν χασμουρήθηκε, σηκώθηκε από το στενό της ράντζο, έτριψε τα δόντια της με αλάτι κι έπλυνε το πρόσωπο και τα χέρια της, ενώ η Μέρι άπλωσε τα ρούχα που θα φόραγε, χοντρές κάλτσες και μια καθαρή αλλαξιά, κι άρχισε να την ντύνει «με καρτερικότητα», όπως συνήθιζε να λέει.
«Φοβάμαι ότι κάποιοι από αυτούς τους κόμπους θα λυθούν, Μητέρα», μουρμούρισε άκεφα η γυναίκα, βουρτσίζοντας τα μαλλιά της Εγκουέν η οποία προσπαθούσε να της εξηγήσει πως δεν τα έμπλεξε επίτηδες στον ύπνο της.
«Απ' ό,τι καταλαβαίνω, θα παραμείνουμε εδώ σήμερα, Μητέρα». Η υπερβολική επιπολαιότητα κόχλαζε στην αντανάκλαση της Μέρι στον αναρτημένο καθρέφτη.
«Αυτή η απόχρωση του μπλε θα αναδείξει πολύ όμορφα τη χροιά της επιδερμίδας σου, Μητέρα», είπε η Μέρι καθώς ασχολείτο με τα κουμπιά της Εγκουέν. Το πρόσωπό της ήταν μια κατηγόρια ματαιοδοξίας.
Γεμάτη ανακούφιση που απόψε θα την αναλάμβανε η Τσέσα, η Εγκουέν φόρεσε το επιτραχήλιο κι έφυγε σχεδόν προτού τελειώσει τη δουλειά της η γυναίκα.
Ούτε καν η στεφάνη του ήλιου δεν είχε φανεί ακόμα πάνω από τους λόφους, στην ανατολή. Η έκταση της περιοχής, τριγύρω, κύρτωνε σχηματίζοντας μεγάλα ακρώρεια κι ακανόνιστους γήλοφους, εκατοντάδες πόδια ύψους μερικές φορές. Έμοιαζαν να έχουν ζουληχτεί από κάποια τερατώδη δάχτυλα. Σκιές που φάνταζαν με λυκόφως έλουζαν το στρατόπεδο που απλωνόταν σε μια από τις πλατιές κοιλάδες ενδιάμεσα, και το οποίο ήταν στο πόδι από τη ζέστη που δεν έλεγε να υποχωρήσει. Μυρωδιές από πρωινό μαγείρεμα γέμιζαν τον αέρα και κόσμος πηγαινοερχόταν, παρ'όλο που η χαρακτηριστική βιασύνη που υποδήλωνε ολοήμερη πορεία ήταν απούσα. Λευκοντυμένες μαθητευόμενες ξεπετάγονταν από δω κι από κει, τρέχοντας σχεδόν. Μια συνετή μαθητευόμενη πάντα τελειώνει όσο πιο γρήγορα γίνεται τις μικροδουλειές. Οι Πρόμαχοι ποτέ δεν βιάζονταν, φυσικά, αλλά ακόμα κι οι υπηρέτες που κουβαλούσαν το πρωινό γεύμα στις Άες Σεντάι έμοιαζαν να σέρνονται σήμερα, ή σχεδόν, συγκριτικά με τις μαθητευόμενες. Ολόκληρος ο καταυλισμός προσπαθούσε να επωφεληθεί από αυτή την προσωρινή στάση. Κρότοι και βρισιές ακούστηκαν καθώς ένα εργαλείο ανύψωσης οχημάτων γλίστρησε, πράγμα που σήμαινε ότι οι μάστορες των αμαξιών έπιασαν να ασχολούνται με τις επισκευές, ενώ το μακρινό χτύπημα των σφυριών υποδήλωνε πως οι πεταλωτές τοποθετούσαν καινούργια πέτάλα στις οπλές των αλόγων. Μια ντουζίνα κηροπλάστες είχαν παρατάξει ήδη τα καλούπια τους κι οι χύτρες ζεσταίνονταν για να λειώσουν τα προσεκτικά αποταμιευμένα απολειφάδια κάθε κεριού που είχε καεί, ενώ σε διάφορες άλλες, μεγάλες χύτρες ζεσταινόταν νερό που θα χρησίμευε για μπάνιο και μπουγάδα. Άντρες και γυναίκες στοίβαζαν ρούχα εκεί δίπλα. Η Εγκουέν, ωστόσο, ελάχιστη σημασία έδωσε σε όλες αυτές τις δραστηριότητες.