Χαρίζοντάς τους ένα χαμόγελο καλωσορίσματος, όπως ήλπιζε, η Εγκουέν έκατσε προσεκτικά πίσω από το μικρό τραπεζάκι. Η καρέκλα έγειρε για μια στιγμή, αλλά η γυναίκα άπλωσε το χέρι της κι ίσιωσε το στραβό πόδι. Η άκρη μιας διπλωμένης περγαμηνής εξείχε κάτω από το πέτρινο μελανοδοχείο. Τα χέρια της κινήθηκαν σπασμωδικά προς το μέρος της, αλλά τα συγκράτησε. Οι περισσότερες αδελφές δεν φημίζονταν για την αβροφροσύνη τους, κι η Εγκουέν δεν ανήκε σε αυτή την κατηγορία. Επιπλέον, τούτες οι δύο είχαν κάποιες διεκδικήσεις απέναντι της.
«Λυπάμαι για τις δυσκολίες που αντιμετωπίσατε, κόρες». Ως Άες Σεντάι, σύμφωνα με δικό της θέσπισμα από τη στιγμή που έγινε Έδρα της Άμερλιν, αντιμετώπιζαν την ίδια κατάσταση με αυτήν, δίχως όμως την πρόσθετη προστασία του επιτραχηλίου της Άμερλιν, μικρή, ωστόσο, όπως αποδείχτηκε. Οι περισσότερες αδελφές συμπεριφέρονταν σαν να ήταν ακόμα Αποδεχθείσες. Όσα συνέβαιναν στο εσωτερικό των Άτζα σπάνια έβγαιναν προς τα έξω, αλλά φημολογείτο πως όντως έπρεπε να εκλιπαρήσουν για να εισέλθουν και ότι ορίζονταν φρουροί για να επιβλέπουν τη συμπεριφορά τους. Κανείς δεν είχε ακούσει ποτέ κάτι παρόμοιο, αλλά όλοι το θεωρούσαν γεγονός. Δεν τους είχε κάνει καμιά χάρη. Άλλο ένα πράγμα που θεωρείτο απαραίτητο, πάντως. «Θα μιλήσω στην Τιάνα». Ίσως να ήταν καλή κίνηση, για μια μέρα ή για μια ώρα τουλάχιστον.
«Σε ευχαριστούμε, Μητέρα», είπε η Τέοντριν, «αλλά δεν υπάρχει λόγος να μπεις στον κόπο». Τα χέρια της εξακολουθούσαν να παραμένουν πάνω στο επώμιό της. «Η Τιάνα επιθυμούσε να μάθει για ποιον λόγο ήμασταν ξύπνιες τόσο αργά», πρόσθεσε έπειτα από ένα λεπτό, «αλλά εμείς δεν της είπαμε τίποτα».
«Δεν είναι ανάγκη να το κρατάμε μυστικό, κόρες». Κρίμα που δεν είχαν βρει κάποιον μάρτυρα, πάντως. Ο σωτήρας της Μογκέντιεν θα παρέμενε μια φευγαλέα σκιά. Κι αυτό ήταν το πιο τρομακτικό. Έριξε μια ματιά στη μικροσκοπική γωνία της περγαμηνής, λαχταρώντας να τη διαβάσει. Ίσως η Σιουάν να είχε ανακαλύψει κάτι. «Σας ευχαριστώ και τις δύο», είπε. Η Τέοντριν νόμισε πως αυτό ήταν ένδειξη ότι ήταν ελεύθερες να φύγουν και κίνησε προς την έξοδο, αλλά σταμάτησε μόλις είδε πως η Φαολάιν είχε παραμείνει στη θέση της.
«Μακάρι να κρατούσα τη Ράβδο του Όρκου», είπε η Φαολάιν στην Εγκουέν, με έκδηλη πικρία στη φωνή της. «Έτσι θα ήξερες πως σου λέω την αλήθεια».
«Η στιγμή δεν είναι κατάλληλη για να απασχολούμε την Άμερλιν», άρχισε να λέει η Τέοντριν. Σταύρωσε τα χέρια της κι έστρεψε την προσοχή της στην Εγκουέν. Η υπομονή αναμειγνυόταν μαζί με κάτι άλλο στα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Όσον αφορά στη Δύναμη, ήταν αναμφισβήτητα η ισχυρότερη, πάντα έπαιρνε το προβάδισμα, αλλά αυτή τη φορά ήταν έτοιμη να κάνει πίσω. Σαν συμπαράσταση τίνος πράγματος; αναρωτήθηκε η Εγκουέν.
«Δεν είναι η Ράβδος του Όρκου που κάνει μια γυναίκα Άες Σεντάι, κόρη». Άσχετα αν κάποιοι πίστευαν διαφορετικά. «Πες μου την αλήθεια κι εγώ θα σε πιστέψω».
«Δεν σε συμπαθώ». Η πυκνή τούφα των μαύρων μαλλιών της Φαολάιν λικνίστηκε καθώς κούνησε το κεφάλι της για να δώσει έμφαση στα λόγια της. «Πρέπει να το ξέρεις αυτό. Πιθανότατα, με θεωρούσες μοχθηρή όταν εσύ ήσουν ακόμα αρχάρια, όταν ξαναγύρισες στον Λευκό Πύργο ύστερα από το φευγιό σου, αλλά εξακολουθώ να πιστεύω πως η τιμωρία σου δεν ήταν αρκετή. Ίσως η παραδοχή αυτή εκ μέρους μου σε βοηθήσει να καταλάβεις πως λέω την αλήθεια. Όχι ότι δεν έχουμε κι άλλες ευκαιρίες. Η Ρομάντα προσφέρθηκε να μας θέσει υπό την προστασία της, το ίδιο κι η Λελαίν. Είπαν πως θα φροντίσουν για την κατάλληλη εκπαίδευσή μας με το που θα επιστρέψουμε στον Πύργο». Η έκφραση του προσώπου της μαρτυρούσε πως είχε θυμώσει κι άλλο. Η Τέοντριν ρολάρισε τα μάτια της προς τα επάνω και παρενέβη στην κουβέντα.
«Μητέρα, αυτό που θέλει να πει τόση ώρα η Φαολάιν είναι πως δεν προσκολληθήκαμε σε σένα επειδή δεν μας δόθηκε η ευκαιρία. Δεν το κάναμε από ευγνωμοσύνη προς το επιτραχήλιο. Σούφρωσε τα χείλη της, λες και σκεφτόταν πως η εκπαίδευσή τους για να γίνουν Άες Σεντάι, με τον τρόπο που έγινε η Εγκουέν, δεν ήταν στην πραγματικότητα δώρο άξιο ευγνωμοσύνης.
«Γιατί, τότε;» ρώτησε η Εγκουέν, γέρνοντας πίσω. Το κάθισμα υποχώρησε λίγο, αλλά άντεξε.
Η Φαολάιν πετάχτηκε απότομα, προτού προλάβει η Τέοντριν να ανοίξει το στόμα της. «Επειδή είσαι η Έδρα της Άμερλιν». Εξακολουθούσε να ακούγεται θυμωμένη. «Βλέπουμε τι γίνεται. Μερικές αδελφές πιστεύουν πως είσαι το ανδρείκελο της Σέριαμ, αλλά οι πιο πολλές θεωρούν πως είναι η Ρομάντα με τη Λελαίν που σε έχουν κάτσε-σήκω. Δεν είναι σωστό». Το πρόσωπό της κατσούφιασε. «Έφυγα από τον Πύργο γιατί αυτό που έκανε η Ελάιντα δεν ήταν σωστό. Σε ανέδειξαν ως Άμερλιν, άρα σου ανήκω. Αν, φυσικά, συμφωνείς κι εσύ και μπορείς να με εμπιστευτείς δίχως τη Ράβδο του Όρκου. Πρέπει να με πιστέψεις».