«Κι εσύ, Τέοντριν;» ρώτησε γρήγορα η Εγκουέν, γέρνοντας σχολαστικά το κεφάλι της. Ήταν αρκετά άσχημο πράγμα να ξέρεις πώς αισθάνονται οι αδελφές αλλά, από τη στιγμή που το άκουγες κιόλας, καταντούσε... οδυνηρό.
«Κι εγώ σου ανήκω», είπε η Τέοντριν, αναστενάζοντας. «Αν με θέλεις, βέβαια». Άπλωσε τα χέρια της σε μια υποτιμητική χειρονομία. «Ξέρω πως δεν αξίζουμε και πολλά, αλλά φαίνεται πως είμαστε οι μόνες που έχεις. Παραδέχομαι πως υπήρξα διστακτική, Μητέρα. Η Φαολάιν ήταν αυτή που επέμενε. Ειλικρινά...» Τακτοποίησε το επώμιό της για άλλη μια φορά, αν και δεν ήταν απαραίτητο, και σταθεροποίησε τη φωνή της. «Ειλικρινά, δεν βλέπω με ποιον τρόπο θα επιβληθείς στη Ρομάντα και στη Λελαίν. Προσπαθούμε να συμπεριφερόμαστε σαν Άες Σεντάι, παρ'όλο που δεν είμαστε ακόμα. Και, ό,τι και να λες Μητέρα, δεν θα γίνουμε μέχρι να μας αποδεχτούν ως τέτοιες κι οι υπόλοιπες αδελφές. Αυτό, όμως, δεν θα συμβεί μέχρι να περάσουμε τις δοκιμασίες και να πάρουμε τους Τρεις Όρκους».
Η Εγκουέν τράβηξε τη διπλωμένη περγαμηνή κάτω από το μελανοδοχείο και, συλλογισμένη, άρχισε να την ψηλαφεί. Ώστε η Φαολάιν ήταν ο δάκτυλος πίσω από όλα αυτά; Έμοιαζε κάπως απίθανο, σαν το λύκο που πιάνει φιλίες με το βοσκό. Σκέφτηκε πως η λέξη "αντιπαθώ" ήταν ήπια συγκριτικά με όσα ένιωθε η Φαολάιν απέναντί της. Θα πρέπει να καταλάβαινε πως η Εγκουέν δύσκολα θα τη θεωρούσε φίλη της. Αν αποδέχονταν τους διακανονισμούς των Καθήμενων, η αναφορά και μόνο της προσφοράς τους θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για να διαλυθούν οι υποψίες της.
«Μητέρα», είπε η Φαολάιν, αλλά δεν συνέχισε. Έμοιαζε ξαφνιασμένη από τον ίδιο τον εαυτό της. Ήταν η πρώτη φορά που απευθυνόταν με αυτόν τον τίτλο στην Εγκουέν. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε. «Μητέρα, ξέρω πως δύσκολα θα μας πιστέψεις, μια και ποτέ δεν ορκιστήκαμε στη Ράβδο του Όρκου, αλλά...»
«Καλύτερα να πάψεις να το αναφέρεις αυτό», είπε η Εγκουέν. Καλό θα ήταν να προσέχει, αλλά, με το φόβο των μηχανορραφιών, δεν την έπαιρνε να αρνηθεί μια προσφορά βοήθειας. «Νομίζεις πως όλοι πιστεύουν τις Άες Σεντάι επειδή έχουν πάρει τους Τρεις Όρκους; Όσοι ξέρουν τις Άες Σεντάι γνωρίζουν πως μια αδελφή μπορεί να βγάλει από το μυαλό της μια αλήθεια και να την παραποιήσει ολότελα αν το επιθυμήσει. Προσωπικά, πιστεύω πως οι Τρεις Όρκοι κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό. Θα σας πιστέψω μέχρι να μάθω πως μου είπατε ψέματα, και θα σας εμπιστευτώ μέχρι που να αποδειχτείτε ανάξιες εμπιστοσύνης. Αυτά ισχύουν για τον καθένα, άλλωστε». Σε τελική ανάλυση, οι Όρκοι δεν είχαν καμιά ιδιαίτερη επιρροή σε κάτι τέτοιο. Τις περισσότερες φορές, ή εμπιστευόσουν μια αδελφή ή όχι. Οι Όρκοι απλώς έκαναν τους ανθρώπους πιο επιφυλακτικούς, τους έκαναν να αναρωτιούνται κατά πόσον άγονταν και φέρονταν κατά το δοκούν. «Και κάτι άλλο. Εσείς οι δύο είστε Άες Σεντάι. Δεν θέλω να ξανακούσω περί δοκιμασιών και περί Ράβδου του Όρκου και τα σχετικά. Κρίμα που έχετε να αντιμετωπίσετε όλες αυτές τις σαχλαμάρες χωρίς να τις παπαγαλίζετε οι ίδιες. Έγινα κατανοητή;»
Οι δύο γυναίκες που στέκονταν στην αντικριστή πλευρά του τραπεζιού ένευσαν θετικά, μουρμουρίζοντας και ανταλλάσοντας ματιές για κάμποση ώρα. Αυτή τη φορά, ήταν η Φαολάιν που φάνηκε αναποφάσιστη. Τελικά, η Τέοντριν γλίστρησε γύρω από την Εγκουέν, γονάτισε δίπλα στο κάθισμά της και φίλησε το δαχτυλίδι της. «Κάτω από το Φως, κι έχοντας ελπίδα σωτηρίας κι αναγέννησης, εγώ, η Τέοντριν Ντάμπεϊ, ορκίζομαι πίστη σε σένα, Εγκουέν αλ'Βέρ. Θα σε υπηρετώ πιστά και θα σε υπακούω επί ποινή της ζωής μου και της τιμής μου». Κοίταξε την Εγκουέν ερωτηματικά.
Το μόνο που μπορούσε να κάνει η Εγκουέν ήταν να νεύσει. Δεν επρόκειτο για μέρος τελετουργικού των Άες Σεντάι, αλλά για τον τρόπο που ένας ευγενής ορκίζεται σε έναν άρχοντα, αν και μερικοί άρχοντες δεν είναι αποδέκτες ενός τόσο ισχυρού όρκου. Μόλις που είχε προλάβει η Τέοντριν να ανασηκωθεί, με ένα χαμόγελο ανακούφισης να διαγράφεται στα χαρακτηριστικά της, όταν η Φαολάιν πήρε τη θέση της.
«Κάτω από το Φως, κι έχοντας ελπίδα σωτηρίας κι αναγέννησης, εγώ, η Φαολάιν Οράντε...»
Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να ελπίζει, κι ακόμα πιο πολύ, καθότι οι περισσότερες αδελφές δεν ήταν ικανές ούτε να πάνε να φέρουν το μανδύα κάποιου ενώ λυσσομανούσε ο άνεμος.
Η Φαολάιν τελείωσε και παρέμεινε γονατιστή, αν και στητή. «Μητέρα, υπάρχει και το θέμα της μετάνοιάς μου για όλα όσα σου είπα και για την αντιπάθειά μου προς το πρόσωπό σου. Θα το ρυθμίσω εγώ, εφόσον το επιθυμείς, αλλά η απονομή δικαιοσύνης παραμένει δικιά σου». Η φωνή της ήταν σταθερή, όπως κι η στάση του κορμιού της, χωρίς κανένα ίχνος φόβου. Έμοιαζε έτοιμη να κοιτάξει λιοντάρι κατάματα. Ανυπόμονη, θα έλεγε κανείς.