Δαγκώνοντας τα χείλη της, η Εγκουέν ξέσπασε σχεδόν σε γέλια. Απαιτούσε προσπάθεια για να κρατήσει τα χαρακτηριστικά της σε ηρεμία. Θα νόμιζαν ότι της ήρθε λόξυγκας. Ό,τι και να έλεγαν, δεν ήταν αληθινές Άες Σεντάι, όπως μόλις είχε αποδείξει η Φαολάιν. Υπήρχαν φορές που οι αδελφές ζητούσαν μετάνοια από μόνες τους, μόνο και μόνο για να διατηρήσουν την ισορροπία μεταξύ αυταρέσκειας και ταπεινοφροσύνης -μια ισορροπία, υποθετικά, πολύτιμη- αλλά καμιά τους δεν είχε διάθεση να την επιβάλει στον εαυτό της. Μια μετάνοια επιβεβλημένη από κάποιον άλλον μπορεί να ήταν σκληρή, και μια Άμερλιν υποτίθεται πως ήταν αυστηρότερη σε αυτά τα θέματα από τα Άτζα. Όπως και να είχε πάντως, πολλές αδελφές έκαναν μια υπεροπτική επίδειξη υποταγής στην ανωτερότητα των Άες Σεντάι, ένα αλαζονικό σόου που αφορούσε στην έλλειψη αλαζονείας. Η καυχησιά της ταπεινοφροσύνης, έτσι το αποκαλούσε η Σιουάν. Σκέφτηκε να πει στη γυναίκα να φάει μια χούφτα σαπούνι, έτσι για να δει την έκφρασή της -μια κι η Φαολάιν είχε ποταπή γλώσσα- αλλά...
«Δεν παρέχω εξιλέωση επειδή μου είπες την αλήθεια, θυγατέρα, ή επειδή δεν με συμπαθείς. Είσαι ελεύθερη να έχεις τις προσωπικές σου συμπάθειες κι αντιπάθειες, αρκεί να παραμένεις πιστή στον όρκο σου». Μόνο ένας Σκοτεινόφιλος θα μπορούσε να παραβεί ειδικά αυτόν τον όρκο. Βέβαια, οι εξαιρέσεις υπήρχαν παντού και πάντα αλλά, από την άλλη μεριά, καλύτερα να κρατάς ένα κλαδί για όπλο παρά τίποτα.
Τα μάτια της Φαολάιν γούρλωσαν κι η Εγκουέν αναστέναξε καθώς έκανε νόημα στη γυναίκα να σηκωθεί. Αν οι ρόλοι τους αντιστρέφονταν, η Φαολάιν σίγουρα θα ακουμπούσε τη μύτη της στο χώμα.
«Θα αναθέσω και στις δυο σας μια αποστολή, κόρες», συνέχισε η Εγκουέν.
Την άκουσαν ευλαβικά. Η Φαολάιν ούτε καν βλεφάρισε, ενώ η Τέοντριν ήταν σκεφτική, έχοντας το δάχτυλο ακουμπισμένο στα χείλη της. Αυτή τη φορά, μόλις τις απέπεμψε, είπαν κι οι δύο με μια φωνή, υποκλινόμενες. «Όπως προστάζεις, Μητέρα».
Ωστόσο, η καλή διάθεση της Εγκουέν αποδείχτηκε φευγαλέα. Ενώ η Τέοντριν με τη Φαολάιν έφευγαν, κατέφθασε η Μέρι με το πρωινό πάνω σε ένα δίσκο. Όταν η Εγκουέν την ευχαρίστησε για το μείγμα των αρωματικών ουσιών, αυτή είπε. «Δεν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή μου, Μητέρα». Από την έκφρασή της θα συμπέραινε κάποιος ή ότι κατηγορούσε την Εγκουέν πως την καταπιέζει ή ότι η ίδια δεν δούλευε πολύ σκληρά. Δυσάρεστο καρύκευμα για κομπόστα. Το πρόσωπο της γυναίκας ήταν ικανό να κάνει το τσάι της μέντας να ξινίσει και να μετατρέψει σε πέτρα τα ζεστά, τραγανιστά κουλουράκια. Η Εγκουέν την ξαπόστειλε προτού αρχίσει να τρώει. Ούτως ή άλλως, το τσάι ήταν λίγο μια κι ανήκε στην κατηγορία των πραγμάτων που παρουσίαζαν έλλειψη.
Το σημείωμα που βρισκόταν κάτω από το μελανοδοχείο δεν είχε να προσθέσει τίποτα παραπάνω. «Τίποτα ενδιαφέρον στο όνειρο», ανέφερε η Σιουάν με τη λεπτεπίλεπτη γραφή της. Ώστε κι η Σιουάν είχε βρεθεί στον Τελ'αράν'ριοντ χτες το βράδυ. Θα πρέπει να κατασκόπευσε διάφορα πράγματα. Δεν είχε σημασία κατά πόσον έψαχνε για κάποιο ίχνος της Μογκέντιεν, αν κι αυτό θα ήταν απίστευτα ανόητο εκ μέρους της, ή κάτι άλλο. Αφού έγραφε "τίποτα" εννοούσε τίποτα!
Η Εγκουέν έκανε μια γκριμάτσα, όχι απαραίτητα για το "τίποτα". Η παρουσία της Σιουάν στον Τελ'αράν'ριοντ χτες το βράδυ σήμαινε πως η Ληάνε θα την επισκεπτόταν κάποια στιγμή σήμερα, γεμάτη γκρίνια. Δεν επιτρεπόταν στη Σιουάν να κατέχει το ονειρικό τερ'ανγκριάλ, ειδικά από τότε που προσπάθησε να διδάξει σε μερικές αδελφές τα μυστικά του Κόσμου των Ονείρων. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι ήξερε λίγο περισσότερα από τις άλλες, ούτε ότι ελάχιστες ήταν αυτές οι αδελφές που πίστευαν ότι χρειάζονταν δάσκαλο για να μάθουν κάτι. Το πρόβλημα ήταν ότι η Σιουάν διέθετε γλώσσα ροδάνι και διόλου υπομονή. Συνήθως, κατάφερνε να αυτοσυγκρατηθεί, αλλά αρκούσαν δύο ξεσπάσματα και θα ήταν τυχερή αν απλώς της απαγόρευαν την πρόσβαση στο τερ'ανγκριάλ. Ωστόσο, η Ληάνε της το παρείχε όποτε της το ζητούσε κι η Σιουάν το χρησιμοποιούσε στα κρυφά. Επρόκειτο για αληθινό ανταγωνισμό αναμεταξύ τους. Κι οι δυο τους θα μπορούσαν να βρίσκονται στον Τελ'αράν'ριοντ κάθε βράδυ αν είχαν τη δυνατότητα.
Κάνοντας μια γκριμάτσα, η Εγκουέν διαβίβασε μια μικροσκοπική σπίθα Φωτιάς για να ανάψει την άκρη της περγαμηνής και την κράτησε μέχρι που κάηκε σχεδόν ολοσχερώς. Αν κάποιος ψαχούλευε στα υπάρχοντά της δεν θα έβρισκε τίποτα να αναφέρει, τίποτα που να εγείρει την παραμικρή υποψία.
Τελείωσε το πρωινό της εξακολουθώντας να είναι μόνη, κάτι σχετικά ασυνήθιστο. Μπορεί η Σέριαμ να την απέφευγε, αλλά η Σιουάν θα έπρεπε να βρισκόταν ήδη εδώ. Βάζοντας στο στόμα της ένα ακόμα κομμάτι από το κουλουράκι και καταπίνοντάς το με μια τελευταία γουλιά τσάι, σηκώθηκε να ψάξει να τη βρει. Εκείνη τη στιγμή, το αντικείμενο της έρευνάς της μπήκε φουριόζικο στο εσωτερικό της σκηνής. Αν η Σιουάν είχε ουρά, θα μαστίγωνε τον αέρα με δαύτη.