«Αδέσποτες», είπε η Σιουάν αποπεμπτικά, αλλά χωρίς ζέση στη φωνή της.
«Πάρε τις Άες Σεντάι. Δεν έγινα Άμερλιν επειδή ήμουν η ισχυρότερη. Οι σοφότερες είναι αυτές που επιλέγονται για την Αίθουσα ή ως πρεσβευτές ή σύμβουλοι, οι ικανότερες τουλάχιστον, όχι αυτές με το μεγαλύτερο σθένος». Ίσως ήταν καλύτερα να μην ανέφερε τη λέξη «ικανότερες», αν και η Σιουάν ήταν αρκετά ικανή και σε αυτά τα πεδία.
«Η Αίθουσα; Η Αίθουσα είναι ικανή να με ξαποστείλει μόλις τελειώσουν τη συνεδρίαση».
Η Εγκουέν έγειρε πίσω και πέταξε τη γραφίδα. Ήθελε να ταρακουνήσει αυτή τη γυναίκα. Η Σιουάν εξακολουθούσε να πηγαίνει μπροστά όταν αυτή δεν διέθετε καν τη δυνατότητα της διαβίβασης, και τώρα ήταν έτοιμη να υποκύψει; Λίγο ακόμα και θα της έλεγε για τη Φαολάιν και την Τέοντριν -αν μη τι άλλο, θα αναθαρρούσε και θα τις επιδοκίμαζε- αλλά πρόσεξε μια γυναίκα με ελαιόχρωμη επιδερμίδα να περνάει συλλογισμένη έξω από άνοιγμα της εισόδου. Φορούσε ένα πλατύ, γκρίζο καπέλο για να μην την ενοχλεί ο ήλιος.
«Σιουάν, είναι η Μυρέλ». Αδιαφορώντας για την προστασία που είχε φτιάξει, ξεχύθηκε έξω. «Μυρέλ», φώναξε. Η Σιουάν χρειαζόταν μια νίκη για να καταπνίξει αυτή την αίσθηση της καταπίεσης, κι ίσως αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή. Η Μυρέλ ανήκε στο προσωπικό της Σέριαμ και, προφανώς, έκρυβε κάμποσα μυστικά.
Τραβώντας τα χαλινάρια του κιτρινοκάστανου, ευνουχισμένου ζώου, η Μυρέλ κοίταξε τριγύρω και ξαφνιάστηκε μόλις είδε την Εγκουέν. Από την έκφρασή της καταλάβαινε κανείς πως η Πράσινη αδελφή δεν είχε αντιληφθεί σε ποιο μέρος του καταυλισμού βρισκόταν. Ένας λεπτός μανδύας που την προστάτευε από την άμμο κρεμόταν στο πίσω μέρος της ωχρής, γκρίζας στολής ιππασίας. «Μητέρα», είπε διστακτικά. «Να με συγχωράς, αλλά...»
«Δεν σε συγχωρώ», την έκοψε απότομα η Εγκουέν, αναγκάζοντας τη να μορφάσει. Κι η παραμικρή αμφιβολία ότι η Μυρέλ είχε μάθει τα γεγονότα της περασμένης νύχτας από τη Σέριαμ εξαφανίστηκε. «Θέλω να σου μιλήσω. Τώρα».
Η Σιουάν είχε βγει κι αυτή έξω αλλά, αντί να κοιτάει την αδελφή που ξεπέζευε ανήσυχα από τη σέλα της, ατένιζε τις σειρές των σκηνών, προς το μέρος ενός γεροδεμένου ψαρομάλλη με μια σαραβαλιασμένη πανοπλία ριγμένη πάνω από την ωχροκίτρινη φορεσιά του, που οδηγούσε προς το μέρος τους ένα ψηλό, κανελί άλογο. Η παρουσία του ήταν αιφνιδιαστική. Ο Άρχοντας, Μπράυν επικοινωνούσε με την Αίθουσα συνήθως μέσω αγγελιοφόρου, ενώ οι σπάνιες επισκέψεις του είχαν ήδη πάρει τέλος προτού τις πληροφορηθεί η Εγκουέν. Η Σιουάν πήρε μια γαλήνια έκφραση, χαρακτηριστική των Άες Σεντάι, τόσο έντονη που ξέχναγες το νεανικό της πρόσωπο.
Ρίχνοντας ένα φευγαλέο βλέμμα προς τη μεριά της Σιουάν, ο Μπράυν γονάτισε, χειριζόμενος το σπαθί του με λιτή χάρη. Ήταν ένας ταλαιπωρημένος άντρας, μέτριος στο ανάστημα, αλλά με τον τρόπο που περπατούσε φάνταζε ψηλότερος. Δεν υπήρχε τίποτα κραυγαλέο επάνω του. Ο ιδρώτας στο πλατύ του μέτωπο τον έκανε να μοιάζει σαν να έχει έρθει μόλις από χειρονακτική δουλειά. «Μπορούμε να μιλήσουμε, Μητέρα; Μόνοι, αν γίνεται».
Η Μυρέλ στράφηκε, λες κι ήταν έτοιμη να φύγει, αλλά η Εγκουέν τη σταμάτησε απότομα. «Μείνε εκεί που είσαι!» Το στόμα της Μυρέλ άνοιξε διάπλατα. Είχε μείνει έκπληκτη, τόσο με τη δική της υπακοή στο πρόσταγμά της όσο και με τον αποφασιστικό τόνο με τον οποίο της είχε απευθύνει το λόγο η Εγκουέν. Η έκπληξη μεταβλήθηκε γρήγορα σε στωική αποδοχή η οποία κρύφτηκε πίσω από ένα ψυχρό προσωπείο. Ωστόσο, ο τρόπος που στριφογύριζε τα γκέμια μαρτυρούσε τη νευρικότητά της.