Выбрать главу

«Αυτό ηχεί επικίνδυνα σαν κατηγόρια», είπε η Λελαίν με τα μάτια της στενεμένα.

Τώρα, ήταν η Ρομάντα αυτή που χαμογελούσε, ένα ψυχρό και σκληρό χαμόγελο. «Θα είμαι η πρώτη που θα ενδώσω στις μεθόδους μου, Λελαίν, αρκεί εσύ να είσαι η δεύτερη».

Η Λελαίν μόνο που δεν γρύλισε. Έκανε μισό βήμα προς το μέρος της άλλης γυναίκας κι η Ρομάντα τινάχτηκε εναντίον της με προτεταμένο το πηγούνι. Έμοιαζαν έτοιμες να μαλλιοτραβηχτούν και να αρχίσουν να κυλιόνται στο χώμα, αφήνοντας στην μπάντα την αξιοπρέπεια των Άες Σεντάι. Η Βάριλιν κι η Τακίμα κοιτούσαν η μία την άλλη με τον τρόπο δύο υπηρετριών που η κάθε μια υποστηρίζει την αφεντικίνα της. Η μεν μία φάνταζε σαν μακροπόδικο, καλοβατικό πουλί κι η άλλη σαν τρυποφράκτης, έτοιμα να χιμήξουν το ένα στο άλλο. Φαίνεται πως κι οι τέσσερις είχαν ξεχάσει την παρουσία της Εγκουέν.

Εκείνη τη στιγμή φάνηκε η Σιουάν να τρέχει προς το μέρος τους φορώντας ένα πλατύγυρο, ψάθινο καπέλο, φέρνοντας μαζί της μια παχιά, σταχτοκάστανη φοράδα που στα πίσω πόδια της είχε περασμένες λευκές κάλτσες. Σταμάτησε απότομα μόλις πρόσεξε την προφυλαγμένη μάζωξη. Από κοντά ήταν κι ένας από τους ιπποκόμους, ένας ξερακιανός τύπος που φορούσε ένα μακρύ, ξεφτισμένο ένδυμα κι ένα μπαλωμένο πουκάμισο. Κρατούσε τα γκέμια ενός ψηλού ζώου με βούλες. Η προφύλαξη ήταν αόρατη στα μάτια του αλλά το σαϊντάρ δεν έκρυβε τα πρόσωπα. Γούρλωσε τα μάτια του και πέρασε τη γλώσσα πάνω από τα χείλη του. Υποτίθεται πως οι περαστικοί βάδιζαν γύρω από τη σκηνή κι υποκρίνονταν πως δεν πρόσεχαν τίποτα, ούτε τις Άες Σεντάι, ούτε τους Πρόμαχους, ούτε καν τους υπηρέτες. Ο μόνος που τους κοιτούσε εξεταστικά και συνοφρυωμένος ήταν ο Μπράυν, ο οποίος έμοιαζε να αναρωτιέται για όσα δεν μπορούσε να ακούσει. Η Μυρέλ είχε αρχίσει να δένει ξανά τα δισάκια της, προφανώς έχοντας σκοπό να φύγει.

«Όταν αποφασίσετε για το τι πρέπει να πω», ανακοίνωσε η Εγκουέν, «τότε μπορώ να αποφασίσω κι εγώ τι πρέπει να κάνω». Όντως την είχαν ξεχάσει. Την κοίταξαν κι οι τέσσερις έκπληκτες καθώς αυτή βάδισε ανάμεσα στη Ρομάντα και τη Λελαίν και πέρασε μέσα από τις διπλές προφυλάξεις. Φυσικά, δεν ένιωσε τίποτα όταν άγγιξε την ύφανση. Τα πεδία αυτά δεν φτιάχτηκαν για να εμποδίζουν κάτι τόσο συμπαγές όσο ένα ανθρώπινο σώμα.

Όταν σκαρφάλωσε στο διάστικτο ζώο η Μυρέλ πήρε μια βαθιά ανάσα και προσποιήθηκε πως περίμενε καρτερικά. Οι προφυλάξεις είχαν χαθεί, αν κι υπήρχε ακόμα μια φωτοβολία που περιτύλιγε τις δύο Καθήμενες. Έτσι καθώς στέκονταν εκεί, παρακολουθώντας, έμοιαζαν κι οι δύο με την ίδια την ενσάρκωση της απογοήτευσης. Η Εγκουέν φόρεσε βιαστικά τον λινό και λεπτό μανδύα που την προστάτευε από τη σκόνη, ο οποίος κρεμόταν στο μπροστινό μέρος της σέλλας του ευνουχισμένου της ζώου, καθώς και τα γάντια ιππασίας που ήταν χωμένα σε μια μικρή τσέπη του μανδύα. Ένα πλατύγυρο καπέλο κρεμόταν από το ψηλό μπροστάρι της σέλλας, σε χρώμα βαθυγάλανο για να ταιριάζει και με το φόρεμά της, με έναν πίδακα από λευκό φτέρωμα που ήταν λοξά καρφιτσωμένο στο μπροστινό μέρος και κραύγαζε ότι ήταν έργο της Τσέσα. Μπορεί να μην έδινε ιδιαίτερη σημασία στη ζέστη, αλλά ο ήλιος ήταν άλλο θέμα. Βγάζοντας την καρφίτσα και το φτέρωμα τα τακτοποίησε στα δισάκια, έβαλε το καπέλο στο κεφάλι της κι έδεσε τους ιμάντες κάτω από το σαγόνι της.

«Πάμε, Μητέρα;» ρώτησε ο Μπράυν. Είχε ήδη καβαλήσει το άλογο του κι η περικεφαλαία που κρεμόταν από τη σέλα έκρυβε τώρα το πρόσωπό του πίσω από ατσάλινες μπάρες. Ήταν απόλυτα φυσιολογικό γι' αυτόν, λες κι είχε γεννηθεί μέσα σε μια πανοπλία.

Η Εγκουέν συγκατένευσε. Καμιά από τις υπόλοιπες δεν επιχείρησε να τους σταματήσει. Η Λελαίν, βέβαια, δεν θα τολμούσε ποτέ να φωνάξει δημοσίως, αλλά η Ρομάντα... Η Εγκουέν αισθάνθηκε μια αίσθηση ανακούφισης να την κατακλύζει καθώς απομακρύνονταν, αλλά το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει. Τι έπρεπε να κάνει με το θέμα της Ντελάνα;

Ο κεντρικός δρόμος της περιοχής, μια πλατιά, χωμάτινη έκταση, τόσο συμπαγής που με τίποτα δεν σήκωνε σκόνη, περνούσε μέσα από το καταυλισμό του στρατού και διέσχιζε το άνοιγμα ανάμεσα σε αυτόν και τις Άες Σεντάι. Ο Μπράυν τον διέσχισε υπό γωνία, κατευθυνόμενος προς το υπόλοιπο κομμάτι της στρατιάς, στην άλλη πλευρά.

Παρ'όλο που το στρατόπεδο είχε πάνω από τριάντα φορές περισσότερο κόσμο από τον καταυλισμό των Άες Σεντάι, οι σκηνές έμοιαζαν λιγότερες από αυτές που είχαν στη διάθεση τους οι αδελφές κι όσοι τις υπηρετούσαν, σκορπισμένες στο πρανές και ψηλά, στις λοφοπλαγιές. Οι πιο πολλοί στρατιώτες κοιμόντουσαν στο ύπαιθρο. Από την άλλη, κανείς δεν θυμόταν πότε είχε βρέξει για τελευταία φορά κι ούτε ένα συννεφάκι δεν ήταν ορατό στον ουρανό. Παραδόξως, υπήρχαν περισσότερες γυναίκες εδώ παρά στον καταυλισμό των αδελφών, αν και με την πρώτη ματιά φάνταζαν λιγότερες ανάμεσα σε τόσους άντρες. Οι μάγειροι ασχολούνταν με τις κατσαρόλες τους κι οι πλύστρες έκαναν επίθεση στους τεράστιους σωρούς ρούχων, ενώ κάποιοι άλλοι φρόντιζαν τα άλογα κι επιδιόρθωναν τις άμαξες. Ένας αρκετά μεγάλος αριθμός έμοιαζε να αποτελείται από συζύγους. Έπλεκαν, μόνταραν φορέματα και πουκαμίσες ή ανακάτευαν μικρά μαγειρικά σκεύη. Σχεδόν όπου κι αν κοιτούσε έβλεπε οπλοποιούς, τα σφυριά έκαναν το ατσάλι να αντηχεί πάνω στα αμόνια, οι κατασκευαστές βελών έφτιαχναν δέσμες από βέλη κι οι πεταλωτές περνούσαν τα άλογα από έλεγχο. Παντού υπήρχαν άμαξες κάθε είδους και μεγέθους, εκατοντάδες, χιλιάδες ίσως. Αυτός ο στρατός έμοιαζε να παρασέρνει ό,τι έβρισκε μπροστά του. Οι περισσότεροι αναζητητές τροφής βρίσκονταν ήδη έξω αλλά μερικά καρότσια με μεγάλους τροχούς και κάποιες ετοιμόρροπες άμαξες εξακολουθούσαν να σέρνονται σε αναζήτηση αγροικιών και χωριών. Εδώ κι εκεί, κάποιοι στρατιώτες ζητωκραύγαζαν καθώς περνούσαν. «Ο Άρχοντας Μπράυν», έλεγαν κι «Ο Ταύρος! Ο Ταύρος!» Αυτό ήταν το έμβλημά του. Ούτε λόγος για τις Άες Σεντάι ή για την Έδρα της Άμερλιν.