Выбрать главу

Η Εγκουέν στριφογύρισε στη σέλλα της για να σιγουρευτεί πως η Μυρέλ τους ακολουθούσε από κοντά. Όντως βρισκόταν πίσω τους, με το άλογο της να ακολουθεί από μόνο του και μια απόμακρη κι ελαφρά αρρωστημένη έκφραση στο πρόσωπό της. Η Σιουάν είχε πάρει θέση στα νώτα τους, σαν τσοπάνος που φυλάει ένα και μοναδικό πρόβατο. Ίσως πάλι να φοβόταν να παρακινήσει το υποζύγιο της να προχωρήσει. Το καστανόφαιο ζώο ήταν κοντόχοντρο, αλλά η Σιουάν ήταν ικανή να μεταχειριστεί ένα πόνι σαν να ήταν πολεμικό άτι.

Η Εγκουέν αισθάνθηκε να εκνευρίζεται ελαφρά με το δικό της ζωντανό. Το όνομά του ήταν Ντάισαρ, δηλαδή Δόξα στην Παλιά γλώσσα. Θα προτιμούσε να ίππευε την Μπέλα, μια δασύτριχη, μικρή φοράδα, όχι πολύ πιο λεπτοκαμωμένη από το καστανόφαιο άλογο της Σιουάν, την οποία είχε πάρει από τους Δύο Ποταμούς. Μερικές φορές σκεφτόταν πως έμοιαζε με κούκλα πάνω σε ένα ευνουχισμένο ζώο που περνιόταν για πολεμικό άτι, αλλά μια Άμερλιν έπρεπε να έχει το ανάλογο υποζύγιο, κι όχι δασύτριχα άλογα ικανά μόνο για να σέρνουν καρότσες. Ακόμα κι αν ήταν η ίδια αυτή που εμπνεύστηκε το νόμο, ένιωθε εξίσου περιορισμένη με μια μαθητευόμενη.

Στριφογύρισε στη σέλα της κι είπε: «Περιμένετε αντίσταση πιο κάτω, Άρχοντα Μπράυν;»

Ο άντρας τη λοξοκοίταξε. Είχε κάνει την ίδια ερώτηση μια φορά προτού φύγουν από το Σαλιντάρ κι άλλες δυο φορές ενώ διέσχιζαν την Αλτάρα. Μάλλον όμως δεν υποκινούσε υποψίες, σκέφτηκε η Εγκουέν.

«Το Μουράντυ είναι σαν την Αλτάρα, Μητέρα. Οι κάτοικοι του είναι πολύ απασχολημένοι να δολοπλοκούν ο ένας ενάντια στον άλλον, ή και να πολεμούν ανοικτά μεταξύ τους, για να ενωθούν σε περίπτωση πολέμου. Αλλά, ακόμα και τότε, η συμμαχία τους δεν κρατάει πολύ». Ο τόνος της φωνής του ήταν ιδιαίτερα ξερός. Υπήρξε Στρατηγός της Βασιλικής Φρουράς στο Άντορ κι είχε αρκετή πείρα σε συνοριακές αψιμαχίες με τους Μουραντιανούς. «Το Άντορ όμως φοβάμαι πως είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Δεν ανυπομονώ διόλου να το βρούμε μπροστά μας». Έστριψε σε έναν παράδρομο κι άρχισε να ανεβαίνει την ήπια ανηφόρα μιας πλαγιάς για να αποφύγει τρεις άμαξες που προχωρούσαν με πάταγο πάνω από τις κοτρόνες, προς την ίδια κατεύθυνση.

Η Εγκουέν προσπάθησε να μη μορφάσει. Το Άντορ. Αλλα της είχε πει προηγουμένως. Βρισκόταν στο απώτατο άκρο των Λόφων του Κιούμπαρ, κάπου στα νότια του Λάγκαρντ, την πρωτεύουσα του Μουράντυ. Ακόμα και με τη βοήθεια της τύχης, τα σύνορα του Άντορ απείχαν τουλάχιστον δέκα μέρες πορεία.

«Κι όταν φθάσουμε στην Ταρ Βάλον, Άρχοντα Μπράυν, τι σχέδια έχεις για να καταλάβεις την πόλη;»

«Κανείς δεν μου έχει κάνει αυτή την ερώτηση μέχρι τώρα, Μητέρα». Προηγουμένως είχε νομίσει πως η φωνή του είχε μια ξερή χροιά, αλλά τώρα ήταν όντως ξερή. «Μέχρι να φτάσουμε στην Ταρ Βάλον, Φωτός θέλοντος, θα έχω δύο με τρεις φορές περισσότερους άντρες απ' όσο τώρα». Η Εγκουέν μόρφασε στην ιδέα ότι θα έπρεπε να πληρωθούν τόσοι πολλοί στρατιώτες, αλλά ο Μπράυν δεν φάνηκε να δίνει σημασία. «Με τόσο στρατό θα πολιορκήσω την πόλη. Το δυσκολότερο μέρος θα είναι να βρούμε τα πλοία και να τα βυθίσουμε για να αποκλείσουμε το Βόρειο Λιμάνι και το Νότιο Λιμάνι. Τα λιμάνια είναι πολύ σημαντικά επειδή γεφυρώνουν τις πόλεις, Μητέρα. Η Ταρ Βάλον είναι μεγαλύτερη από την Καιρχίν και το Κάεμλυν μαζί. Από τη στιγμή που θα αποκόψουμε τη διανομή τροφίμων...» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Το μεγαλύτερο μέρος του στρατού πιότερο περιμένει παρά προελαύνει».