«Κι αν δεν εξασφαλίσεις τόσους πολλούς στρατιώτες;» Ποτέ της δεν σκέφτηκε τόσο πολύ κόσμο, γυναικόπαιδα κυρίως, να λιμοκτονούν. Ποτέ δεν σκέφτηκε ότι θα μπορούσαν να ανακατευτούν κι άλλοι εκτός από τις Άες Σεντάι και τους στρατιώτες. Πως ήταν δυνατόν να σκέφτεται τόσο ανόητα; Είχε δει τα αποτελέσματα του πολέμου στην Καιρχίν, αλλά ο Μπράυν φαίνεται πως έπαιρνε το θέμα ελαφρά τη καρδία. Βέβαια, ήταν στρατιώτης κι έννοιες όπως "στέρηση" και "θάνατος" πάνε μαζί για έναν στρατιώτη. «Τι θα γίνει αν διαθέτεις μόνο... ας πούμε... όσους έχεις τώρα;»
«Πολιορκία;» Προφανώς, κάποια πράγματα απ' όσα ελέχθησαν έφτασαν στα αυτιά της Μυρέλ. Σπιρούνισε το καστανόξανθο άλογο για να τους πλησιάσει, αναγκάζοντας μερικούς άντρες να παραμερίσουν. Κάποιοι παραπάτησαν κι έφαγαν τα μούτρα τους. Άλλοι, γεμάτοι οργή, άνοιξαν τα στόματά τους να της φωνάξουν αλλά, βλέποντας τα αγέραστα χαρακτηριστικά της, τα έκλεισαν πάλι κι αρκέστηκαν σε απειλητικά βλέμματα. Όσον αφορά στην ίδια, θα μπορούσαν και να μην υπάρχουν καν. «Ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος πολιόρκησε επί μια εικοσαετία την Ταρ Βάλον κι απέτυχε να την κατακτήσει». Μόλις αντιλήφθηκε ότι την άκουγε κάμποσος κόσμος χαμήλωσε τη φωνή της, η οποία όμως παρέμεινε δριμεία. «Έχεις την εντύπωση πως θα περιμένουμε είκοσι χρόνια;»
Η καυστική χροιά στη φωνή της περιέλουσε τον Γκάρεθ Μπράυν δίχως να τον επηρεάσει στο ελάχιστο. «Θα προτιμούσες μια άμεση επίθεση πάραυτα, Μυρέλ Σεντάι;» Ήταν σαν να τη ρωτούσε αν προτιμούσε το τσάι της γλυκό ή σκέτο. «Πολλοί ήταν οι στρατηγοί του Γερακόφτερου που προσπάθησαν κι οι άντρες τους σφαγιάστηκαν. Κανένας στρατός δεν κατάφερε να παραβιάσει τα τείχη της Ταρ Βάλον».
Η Εγκουέν ήξερε πως αυτό δεν ήταν απόλυτα αληθινό. Στους Πολέμους των Τρόλοκ, μια στρατιά από Τρόλοκ, της οποίας ηγούνταν οι Άρχοντες του Δέους, είχε λαφυραγωγήσει και κατακάψει ένα μέρος από τον ίδιο τον Λευκό Πύργο. Στο τέλος του Πολέμου του Δεύτερου Δράκοντα, μια στρατιά που προσπαθούσε να διασώσει τον Γκουαίρ Αμαλάσαν, προτού ακόμα αυτός ειρηνευτεί, είχε κατορθώσει να φθάσει κι αυτή μέχρι τον Πύργο. Η Μυρέλ, βέβαια, δεν μπορούσε να τα γνωρίζει αυτά, πόσω μάλλον ο Μπράυν. Η πρόσβαση στα μυστικά αρχεία της ιστορίας, βαθιά κρυμμένα στη βιβλιοθήκη του Πύργου, απαγορευόταν από έναν νόμο που ήταν κι αυτός μυστικός, κι η αποκάλυψη της ύπαρξης είτε των αρχείων είτε του νόμου θεωρείτο προδοσία. Η Σιουάν έλεγε πως, αν διάβαζες ανάμεσα στις γραμμές, θα έβρισκες νύξεις για θέματα που δεν είχαν καταγραφεί ούτε καν εκεί. Οι Άες Σεντάι ήταν ειδικές στο να κρύβουν την αλήθεια, ακόμα κι από τον ίδιο τους τον εαυτό αν το θεωρούσαν απαραίτητο.
«Με εκατό χιλιάδες στρατιώτες, δηλαδή όσους έχω τώρα», συνέχισε ο Μπράυν, «θα είμαι ο πρώτος. Αν, φυσικά, καταφέρω, να αποκόψω τα λιμάνια. Οι στρατηγοί του Γερακόφτερου δεν τα κατάφεραν. Οι Άες Σεντάι σήκωναν εγκαίρως αυτές τις ατσάλινες αλυσίδες, έτσι ώστε να μην επιτρέψουν στα πλοία να μπουν στην είσοδο του λιμανιού και τα βύθιζαν προτού γίνουν εμπόδιο στη διακίνηση του εμπορίου. Τα τρόφιμα κι οι προμήθειες περνούσαν στην πόλη. Εφαρμόζοντας τον δικό μου τρόπο, είναι σίγουρο πως, τελικά, θα καταλήξουμε στην άμεση επίθεση, αλλά όχι πριν η πόλη αποδυναμωθεί αισθητά». Η φωνή του παρέμενε... φυσιολογική, λες και συζητούσε τα διαδικαστικά μιας ευχάριστης εκδρομής. Έστρεψε το κεφάλι του προς το μέρος της Μυρέλ και, μολονότι ο τόνος της φωνής του δεν άλλαξε, η ένταση στη ματιά του ήταν προφανής ακόμα και πίσω από την προσωπίδα που φορούσε. «Όλοι θα συμφωνήσετε πως το σχέδιό μου είναι το πλέον κατάλληλο, ειδικά όταν αναλάβει ο στρατός. Δεν πρόκειται να χαραμίσω τους άντρες μου».
Η Μυρέλ άνοιξε το στόμα της αλλά το ξαναέκλεισε αργά. Ήταν φως φανάρι πως κάτι ήθελε να πει, αλλά δεν ήξερε τι. Είχαν δώσει το λόγο της τιμής τους, αυτή κι η Σέριαμ κι όσες ακόμα ήταν στα πράγματα όταν αυτός εμφανίστηκε στο Σαλιντάρ, άσχετα πόσο χολωμένος ήταν αυτός ο λόγος κι άσχετα πόσο προσπάθησαν οι Καθήμενες να τον παρακάμψουν. Αυτές δεν είχαν δώσει κανέναν λόγο. Ο Μπράυν, ωστόσο, ενεργούσε σαν να τον είχαν δώσει και, μέχρι στιγμής, φαίνεται πως τα κατάφερνε. Μέχρι στιγμής.
Η Εγκουέν ένιωσε αδιάθετη. Είχε δει πολέμους και στο παρελθόν. Διάφορες εικόνες ξεπήδησαν στο μυαλό της, άντρες που μάχονταν, που σκότωναν αδιακρίτως στους δρόμους της Ταρ Βάλον, που πέθαιναν. Η ματιά της έπεσε σε έναν τύπο με τετραγωνισμένο σαγόνι που μασούσε τη γλώσσα του ακονίζοντας την άκρη ενός βέλους. Άραγε, αυτός ο ψαρομάλλης, καραφλός άντρας που τόσο προσεκτικά διέτρεχε με τα δάχτυλά του τα βέλη προτού τα τοποθετήσει στη φαρέτρα, ήταν προορισμένος να πεθάνει σ' εκείνους τους δρόμους; Να κι άλλος ένας. Ένα αμούστακο παιδί που κορδωνόταν φορώντας τις ψηλές μπότες ιππασίας. Έμοιαζε τόσο νεαρός που ίσως να μην ήταν καν σε ηλικία ξυρίσματος. Μα το Φως, οι περισσότεροι ήταν αγόρια. Πόσοι θα πέθαιναν; Γι’ αυτήν. Για τη δικαιοσύνη, για το σωστό, για τον κόσμο αλλά, κατά βάθος, γι' αυτήν. Η Σιουάν ανασήκωσε το χέρι της αλλά δεν ολοκλήρωσε την κίνηση. Αν ήταν αρκετά κοντά δεν θα τολμούσε να χτυπήσει φιλικά στον ώμο την Έδρα της Άμερλιν γιατί θα την έβλεπαν όλοι.