Η Εγκουέν ίσιωσε τη μέση της. «Άρχοντα Μπράυν», είπε με σταθερή φωνή, «τι είναι αυτό που θέλεις να δω;» Νόμισε πως ο Μπράυν έριξε μισή ματιά στη Μυρέλ προτού απαντήσει.
«Καλύτερα να το δεις ή ίδια, Μητέρα».
Η Εγκουέν είχε την εντύπωση πως το κεφάλι της θα σπάσει. Αν οι ενδείξεις της Σιουάν οδηγούσαν κάπου, θα μπορούσε άνετα να γδάρει τη Μυρέλ. Αν όχι, θα έγδερνε τη Σιουάν και, καλού κακού, θα έριχνε και τον Γκάρεθ Μπράυν.
12
Αυγή Νίκης
Οι κυρτοί λόφοι κι οι κορυφογραμμές περιφερειακά του στρατοπέδου παρουσίαζαν όλα τα σημάδια της ξηρασίας και του εκτός εποχής καύσωνα. Αυτού του ανίερου καύσωνα. Ακόμα κι ο πιο αποβλακωμένος λαντζιέρης που όλη μέρα έτριβε καζάνια μπορούσε να νιώσει το άγγιγμα του Σκοτεινού στον κόσμο. Αν και το πραγματικό δάσος απλωνόταν πίσω τους, στη Δύση, από τις βραχώδεις πλαγιές ξεπετάγονταν ροζιασμένες βελανιδιές, κομμεόδεντρα, πεύκα με ανοίκειες μορφές κι άλλα, τα ονόματα των οποίων δεν γνώριζε η Εγκουέν, καφετιά, κίτρινα και με τα κλαδιά τους γυμνωμένα. Η γύμνια και το χρώμα τους δεν οφείλονταν σε κάποιον περασμένο χειμώνα. Λιμοκτονούσαν για λίγη υγρασία και δροσιά. Θα πέθαιναν, αν ο καιρός δεν άλλαζε σύντομα. Πέρα κι από τον τελευταίο στρατιώτη, ένας ποταμός διέσχιζε την περιοχή από νοτιοδυτικά, ο Ρεϊσεντρέλε, είκοσι βήματα πλατύς και στεφανωμένος από κάθε πλευρά από σκληρή ηλιοψημένη λάσπη, διάστικτη με πέτρες. Περιδινούμενο γύρω από βράχια που σε άλλους καιρούς θα έκαναν επικίνδυνο το πέρασμα, το νερό είχε ανυψωθεί μέχρι τα γόνατα των αλόγων καθώς αυτά διάβαιναν. Η Εγκουέν ένιωσε τα προσωπικά της προβλήματα να χάνουν τη σημασία τους. Παρά τον πονοκέφαλό της, αφιέρωσε μια μικρή δέηση για τη Νυνάβε και την Ηλαίην. Η έρευνά τους ήταν εξίσου σημαντική με τη δική της, κι ακόμα περισσότερο. Ο κόσμος θα εξακολουθούσε να υπάρχει, Ακόμα κι αν η ίδια αποτύγχανε, αλλά εκείνες έπρεπε να πετύχουν.
Προχωρούσαν νότια με ελαφρύ καλπασμό, επιβραδύνοντας όταν η κλίση μιας λοφοπλαγιάς γινόταν απότομη ή όταν τα άλογα έπρεπε να σκαρφαλώσουν κάποια απόσταση μέσα από δέντρα κι αραιά θάμνα. Πάντως, παρέμεναν όσο ήταν δυνατόν στους κάμπους, κερδίζοντας έδαφος με γοργούς ρυθμούς. Το ευνουχισμένο και με μεγάλα ρουθούνια άλογο του Μπράυν, ακλόνητο και δυνατό, δεν φαινόταν να νοιάζεται αν το έδαφος έπαιρνε κλίση ή κατά πόσον ήταν μαλακό ή τραχύ, ωστόσο ο Ντάισαρ διατηρούσε το βήμα του συγχρονισμένο. Μερικές φορές, το πλαδαρό ζωντανό της Σιουάν αγκομαχούσε, αν και μπορεί απλώς να αφουγκραζόταν την ανησυχία του αναβάτη του. Όσο και να εξασκούνταν η Σιουάν, δεν θα γινόταν ποτέ αμαζόνα. Είχε τυλίξει τα μπράτσα της γύρω από τον λαιμό της φοράδας καθώς αυτή ανηφόριζε, και κόντευε να πέσει από τη σέλα. Ήταν αδέξια σαν πάπια στο ίσιωμα και τα γουρλωμένα της μάτια έμοιαζαν με αυτά του αλόγου. Η Μυρέλ, παρακολουθώντας τη Σιουάν, ξαναβρήκε το χιούμορ της. Το δικό της άλογο, καστανοκόκκινο και με λευκά πόδια, προχωρούσε χοροπηδώντας απαλά, σαν χελιδόνι, κι η Μυρέλ ίππευε με τέτοια σιγουριά και δεινότητα, ώστε έκανε τον Μπράυν να μοιάζει απαθής και δεξιοτέχνης.
Πριν προλάβουν να διανύσουν κάποια απόσταση, σε μια ψηλή κορυφογραμμή στα δυτικά, εμφανίστηκαν καβαλάρηδες, κάπου εκατό στοιχισμένοι άντρες, με τον ανατέλλοντα ήλιο να αστράφτει στις πανοπλίες, στις περικεφαλαίες και στις αιχμές των δοράτων. Μπροστά-μπροστά, ανέμιζε ένα μακρόστενο λευκό λάβαρο. Η Εγκουέν δεν το διέκρινε καθαρά, αλλά ήξερε ότι απεικόνιζε το Κόκκινο Χέρι. Δεν περίμενε να τους δει τόσο κοντά στον καταυλισμό των Άες Σεντάι.
«Δρακορκισμένα ζώα», μουρμούρισε η Μυρέλ, παρακολουθώντας τούς καβαλάρηδες να βαδίζουν παράλληλα με τις δικές τους σειρές. Τα γαντοφορεμένα της χέρια σφίχτηκαν πάνω στα γκέμια - με οργή, όχι φόβο.
«Η Ομάδα του Κόκκινου Χεριού τοποθετεί περιπόλους», είπε ήρεμα ο Μπράυν. Ρίχνοντας ένα βλέμμα στην Εγκουέν, πρόσθεσε: «Ο Άρχοντας Ταλμέηνς φαίνεται ότι ενδιαφέρεται για σένα, Μητέρα, αν κρίνω από την τελευταία φορά που του μίλησα». Απέφυγε να δώσει έμφαση στα λόγια του.