Выбрать главу

Από το ύψωμα όπου βρισκόταν μπορούσε σχετικά εύκολα να ξεχωρίσει τους άντρες από τις Κόρες ανάμεσα στο πλήθος των αλγκάι'ντ'σισβάι που ήταν στραμμένο προς την κατεύθυνση των αμαξιών. Πέπλα και σούφα έκρυβαν κεφάλια και πρόσωπα, ενώ τα καντιν'σόρ ξεχώριζαν από μερικές διαφορές στην κοψιά που υποδείκνυε τη φατρία, τη σέπτα και την κοινωνία. Όσοι βρίσκονταν στην εξωτερική περιφέρεια της περιστοίχισης φαίνονταν σε σύγχυση και γκρίνιαζαν ο ένας στον άλλον καθώς περίμεναν να συμβεί κάτι. Είχαν έρθει προετοιμασμένοι να χορέψουν με τις αστραπές των Άες Σεντάι και τώρα συνωστίζονταν ανυπόμονοι, αρκετά μακριά για να χρησιμοποιήσουν τα κεράτινα τόξα που κουβαλούσαν στην πλάτη τους μέσα σε δερμάτινες θήκες. Αν η Σεβάνα αποφάσιζε να κινηθεί, δεν θα χρειαζόταν να περιμένουν πολύ ακόμα.

Στηρίζοντας τα χέρια στους γοφούς, η Σεβάνα απευθύνθηκε προς τις υπόλοιπες Σοφές. «Όσες βρεθούν νότια θα αναλάβουν να αποδιοργανώσουν ό,τι κι αν είναι αυτό που κάνουν οι Άες Σεντάι, ενώ αυτές στον Βορρά θα επιτεθούν. Προτάξτε τα δόρατα!» Ύστερα από τη διαταγή αυτή, στράφηκε να παρακολουθήσει την καταστροφή των Άες Σεντάι, οι οποίες νόμιζαν ότι το μόνο που είχαν να αντιμετωπίσουν ήταν το ατσάλι.

Τίποτα δεν συνέβη. Μπροστά της, ο συρφετός των αλγκάι'ντ'σισβάι κόχλαζε ανώφελα κι ο δυνατότερος θόρυβος που ακουγόταν ήταν το περιστασιακό τυμπάνισμα των δοράτων πάνω στις ασπίδες. Η Σεβάνα συγκράτησε το θυμό της, γνέθοντάς τον σαν κλωστή στον αργαλειό. Είχε σιγουρευτεί πως ήταν έτοιμες ύστερα από την επίδειξη του κατακρεουργημένου πτώματος της Ντεσαίν αλλά, αν δεν διανοούνταν να επιτεθούν στις Άες Σεντάι, θα τις ανάγκαζε να το κάνουν με το ζόρι, ακόμα κι αν τις ντρόπιαζε μέχρι να απαιτήσουν να γίνουν γκαϊ'σάιν και να φοράνε λευκά.

Ξαφνικά, μια μπάλα ατόφιας φλόγας στο μέγεθος αντρικού κεφαλιού υψώθηκε συριστικά προς τις άμαξες κι ακολούθησαν κι άλλες. Ο κόμπος στα σωθικά της χαλάρωσε. Κι άλλες φλογισμένες μπάλες έρχονταν από τη δύση, από τη Θεράβα και τις υπόλοιπες Σοφές. Καπνός άρχισε να ανυψώνεται από τις καιόμενες καρότσες, γκρίζες τουλίπες στην αρχή κι έπειτα πυκνές, μαύρες στήλες. Η χροιά του μουρμουρητού των αλγκάι'ντ'σισβάι άλλαξε και, παρ' όλο που όσοι βρίσκονταν ενώπιόν της κινούνταν ελάχιστα, υπήρχε μια ξαφνική αίσθηση πίεσης προς τα εμπρός. Κραυγές ξεπήδησαν από τις άμαξες, οργισμένα ουρλιαχτά ανδρών και μουγκρητά πόνου. Όποια φράγματα κι αν είχαν σηκώσει οι Άες Σεντάι, είχαν καταρρεύσει. Η μάχη είχε αρχίσει και μόνο μία κατάληξη μπορεί να είχε. Ο Ραντ αλ'Θόρ θα γινόταν δικός της. Θα της έδινε τους Αελίτες, θα κατακτούσε όλες τις υδατοχώρες και, προτού πεθάνει, θα της χάριζε κόρες και γιους να ηγηθούν των Αελιτών όταν η ίδια δεν θα υπήρχε πια. Κι αυτή θα το απολάμβανε. Ο Ραντ αλ'Θόρ ήταν εμφανίσιμος, δυνατός και νέος.

Δεν περίμενε, φυσικά, πως οι Άες Σεντάι θα καταβάλλονταν εύκολα, κι όντως έτσι έγινε. Οι μπάλες της φωτιάς έπεφταν ανάμεσα στα δόρατα, μετατρέποντας τις ντυμένες με το καντιν'σόρ φιγούρες σε πυρσούς, κι οι αστραπές τους χτυπούσαν από τον καθαρό ουρανό, τινάζοντας στον αέρα άντρες και χώματα. Όμως, οι Σοφές έπαιρναν μάθημα απ' όσα έβλεπαν, ίσως πάλι να ήξεραν ήδη αλλά να δίσταζαν. Οι περισσότερες διαβίβαζαν τόσο σπάνια, ειδικά αν ήταν παρόντες κι άλλοι εκτός από τις ίδιες, που μονάχα μία άλλη Σοφή μπορούσε να αντιληφθεί μια γυναίκα με αυτή τη δυνατότητα. Όπως και να είχε, οι αστραπές άρχισαν να πέφτουν τόσο ανάμεσα στα δόρατα των Σάιντο όσο και στις ίδιες τις άμαξες.

Δεν έβρισκαν όλες τον στόχο τους. Μπάλες φωτιάς διέσχιζαν τον αέρα, μερικές μεγάλες σαν άλογα, ενώ οι ασημιές αστραπές τρυπούσαν το έδαφος σαν ουράνιες λόγχες. Κάποιες φορές εξοστρακίζονταν, λες και χτυπούσαν πάνω σε αόρατες ασπίδες, άλλες φορές ανατινάσσονταν εν κινήσει προτού ακόμα φθάσουν στο έδαφος, ενώ άλλες απλώς εξαφανίζονταν. Ουρλιαχτά και κρότοι γέμισαν τον αέρα, ανακατεμένα με κραυγές και στριγκλιές. Η Σεβάνα κοίταξε ικανοποιημένη τον ουρανό. Έμοιαζε με επίδειξη των Φωτοδοτών, για τους οποίους είχε διαβάσει κάποτε.