Выбрать главу

«Του μίλησες;» Και τα τελευταία ίχνη γαλήνης χάθηκαν από το πρόσωπο της Μυρέλ. Όλη η οργή που κρατούσε κρυμμένη μέσα της για την Εγκουέν εξαπολύθηκε εναντίον του. Λίγο ακόμα και θα άρχιζε να τρέμει. «Αυτό δεν απέχει και πολύ από προδοσία, Άρχοντα Μπράυν. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι προδοσία!» Η Σιουάν είχε μοιρασμένη την προσοχή της ανάμεσα στη φοράδα και τους άντρες στην οροσειρά. Απέφυγε να κοιτάξει κατάματα τη Μυρέλ, αλλά πήρε μια άκαμπτη στάση. Κανείς στο παρελθόν δεν είχε συνδέσει την Ομάδα με τη λέξη «προδοσία».

Πήραν μια στροφή στην κοιλάδα του λόφου. Μια αγροικία ή αυτό που κάποτε ήταν αγροικία, έμοιαζε να κρέμεται στην πλαγιά. Ο ένας τοίχος του μικρού πέτρινου σπιτιού είχε καταρρεύσει και μερικά απανθρακωμένα δοκάρια εξείχαν από την καλυμμένη με στάχτη καμινάδα σαν βρώμικα δάχτυλα. Η ασκεπής αποθήκη ήταν ένα μαυρισμένο κι άδειο πέτρινο κουτί, κι η διασκορπισμένη στάχτη υπεδείκνυε το σημείο όπου κάποτε ορθωνόταν το υπόστεγο. Σε όλη την έκταση της Αλτάρα είχαν δει παρόμοια και χειρότερα θεάματα· χωριά ολόκληρα αφανισμένα· νεκρούς πεταμένους στους δρόμους, τροφή για τα όρνια, τις αλεπούδες και για τα άγρια σκυλιά, που το έβαζαν στα πόδια μόλις πλησίαζαν άνθρωποι. Όλες αυτές οι ιστορίες περί αναρχίας και φονικών στο Τάραμπον και στο Άραντ Ντόμαν έπαιρναν ξαφνικά σάρκα κι οστά. Η Εγκουέν ήλπιζε διακαώς πως όλα αυτά αποτελούσαν δικαιολογία για όσους ήθελαν να γίνουν ληστοσυμμορίτες ή να ξεκαθαρίσουν παλιούς λογαριασμούς. Όμως στα χείλη κάθε επιζώντα υπήρχε η λέξη «Δρακορκισμένος», ενώ οι αδελφές κατηγορούσαν τον Ραντ με τέτοια βεβαιότητα, λες κι αυτός κρατούσε τους δαυλούς. Ωστόσο, θα μπορούσαν να τον χρησιμοποιήσουν αν ήθελαν, να έβρισκαν έναν τρόπο να τον ελέγξουν. Δεν ήταν η μοναδική Άες Σεντάι η οποία πίστευε σε αυτό που έπρεπε να κάνει, ακόμη κι αν το έκανε με απροθυμία.

Η οργή της Μυρέλ επηρέασε τον Μπράυν όσο η βροχή επηρεάζει έναν ογκόλιθο. Στο μυαλό της Εγκουέν ξεπήδησε μια εικόνα από σύννεφα καταιγίδας που περιδινούνταν γύρω από το κεφάλι του κι από πλημμύρες που στροβιλίζονταν γύρω από τα γόνατά του ενώ αυτός προχωρούσε μακάρια μπροστά. «Μυρέλ Σεντάι», είπε με μια ηρεμία που κανονικά θα έπρεπε να επιδείξει η ίδια, «όταν δέκα χιλιάδες άντρες ή και πιο πολλοί σκιάζουν τα νώτα μου, πρέπει να ξέρω τι σκοπούς έχουν. Ειδικά οι συγκεκριμένοι δέκα χιλιάδες ή περισσότεροι».

Επικίνδυνο θέμα συζήτησης. Όσο κι αν η Εγκουέν ήταν χαρούμενη που δεν αναφέρθηκε ξανά το θέμα του ενδιαφέροντος που έδειξε για την ίδια ο Ταλμέηνς, αν και κανονικά θα έπρεπε να νιώθει τα δόντια της να τρίζουν που την είχε αναφέρει, ξαφνιάστηκε τόσο πολύ ώστε ανακάθισε στη σέλα της. «Δέκα χιλιάδες; Είσαι βέβαιος;» Η Ομάδα διέθετε λίγο περισσότερους από τους μισούς όταν ο Ματ κατέφθασε στο Σαλιντάρ, στα ίχνη της ίδιας και της Ηλαίην.

Ο Μπράυν ανασήκωσε τους ώμους του. «Στρατολογώ κληρωτούς στην πορεία, το ίδιο κάνει κι αυτός. Όχι πολλούς, αλλά μερικοί έχουν μια ιδέα τι σημαίνει να υπηρετείς τις Άες Σεντάι». Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα ένιωθαν άνετα να μιλήσουν έτσι σε τρεις αδελφές, αλλά ο Μπράυν μίλησε χαμογελώντας στραβά. «Επιπλέον, η Ομάδα φαίνεται πως απέκτησε κάποια φήμη από τη μάχη της Καιρχίν. Όπως λέει κι η αφήγηση, το Σεν αν Κάλχαρ δεν ηττάται ποτέ, ασχέτως πιθανοτήτων». Όπως και στην Αλτάρα, το κίνητρο των αντρών να συμμετάσχουν ήταν η σκέψη πως δύο στρατοί αντιμέτωποι σήμαινε πως θα λάβαινε χώρα κάποια μάχη. Η προσπάθεια να μη συμμετάσχουν ήταν το ίδιο επικίνδυνη σαν να διάλεγαν λάθος στρατόπεδο. Στην καλύτερη περίπτωση, δεν θα υπήρχε διαλογη ανάμεσα στους ουδέτερους. «Υπήρξαν μερικοί λιποτάκτες στο στράτευμά μου, ειδικά ανάμεσα στους νεοσύλλεκτους του Ταλμέηνς. Φαίνεται πως κάποιοι πίστευαν πως οι τύχες της Ομάδας ήταν δεμένες με τον Ματ Κώθον, και δεν μπορούσαν να δώσουν το "παρών" δίχως αυτόν».

Κάτι σαν χλευασμός έκανε τη Μυρέλ να στραβώσει τα χείλη της. «Αυτοί οι ανόητοι φόβοι των Μουραντιανών είναι χρήσιμοι, αλλά νόμιζα πως εσύ δεν ήσουν ανόητος. Ο Ταλμέηνς μας ακολουθεί επειδή φοβάται μήπως και στραφούμε ενάντια στον πολύτιμό του Άρχοντα Δράκοντα, αλλά αν όντως σκόπευε να επιτεθεί δεν νομίζεις πως θα το είχε κάνει μέχρι τώρα; Μπορούμε να ασχοληθούμε με αυτούς του Δρακορκισμένους μόλις ξεμπερδέψουμε με μερικά άλλα, πιο σημαντικά θέματα. Πάντως, το να επικοινωνήσουμε μαζί του...!» Ανακάθισε λίγο, αλλά κατάφερε να ανακτήσει την ηρεμία της. Επιφανειακά, τουλάχιστον. Ο τόνος της φωνής της εξακολουθούσε να είναι δηκτικός. «Με κάρφωσες με το βλέμμα σου, Άρχοντα Μπράυν...»

Η Εγκουέν δεν έδωσε σημασία στα λόγια της Μυρέλ. Ο Μπράυν όντως την είχε κοιτάξει όταν ανέφερε τον Ματ. Οι αδελφές νόμιζαν πως γνώριζαν καλά την κατάσταση με τη Ομάδα και τον Ματ και δεν έδιναν και πολλή σημασία, κάτι που έκανε όμως ο Μπράυν. Γέρνοντας το κεφάλι της έτσι που ο περίγυρος του καπέλου απέκρυψε το πρόσωπό της τον κοίταξε εξεταστικά με την άκρη του ματιού της. Ήταν δεσμευμένος με όρκος να δημιουργήσει και να ηγηθεί ενός στρατού μέχρι που να εκθρονιζόταν η Ελάιντα, αλλά για ποιο λόγο είχε πάρει εξαρχής αυτόν τον όρκο; Θα μπορούσε να πάρει έναν υποδεέστερο όρκο που να ήταν αποδεκτός από τις αδελφές που το μόνο που ήθελαν ήταν να χρησιμοποιούσαν όλους αυτούς τους στρατιώτες σαν Πρωταπριλιάτικη μάσκα για να τρομοκρατήσουν την Ελάιντα. Ήταν θετικό που τον είχαν με το μέρος τους, κάτι που το ένιωθαν κι οι υπόλοιπες Άες Σεντάι. Όπως κι ο πατέρας της, ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων που σε πείθουν πως, με ό,τι κι αν έρχεσαι αντιμέτωπος, δεν υπάρχει λόγος να πανικοβάλλεσαι. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως, από τη στιγμή που ο Μπράυν θα πολεμούσε την Ελάιντα, το αποτέλεσμα ίσως να ήταν εξίσου άσχημο με το να στραφεί εναντίον της η ίδια η Αίθουσα, ανεξαρτήτως του στρατού. Το μόνο εγκεκριμένο σχόλιο που είχε κάνει γι' αυτόν η Σιουάν ήταν ότι επρόκειτο για δεινό άνθρωπο, άσχετα αν προσπάθησε να φανεί πως εννοούσε κάτι άλλο. Και σίγουρα δεν παίζεις με έναν άνθρωπο που η Σιουάν Σάντσε χαρακτηρίζει δεινό.