Πλατσούρισαν σε ένα μικρό ρέμα, ένα ποταμάκι που ίσα-ίσα έβρεξε τις οπλές των αλόγων. Ένα λερωμένο κοράκι έτρωγε ένα ψάρι που είχε εξοκείλει στα ρηχά. Φτερούγισε για λίγο με τα κουρελιασμένα του φτερά, λες κι ήταν έτοιμο να πετάξει, αλλά ξαναγύρισε στο γεύμα του.
Η Σιουάν απέμεινε να κοιτάει κι αυτή εξεταστικά τον Μπράυν - η φοράδα της προχωρούσε ευκολότερα όταν ξεχνούσε να τραβήξει τα γκέμια ή να τη σπιρουνίσει σε ακατάλληλη στιγμή. Η Εγκουέν την είχε ρωτήσει σχετικά με τα κίνητρα του Άρχοντα Μπράυν, αλλά η μπερδεμένη σχέση της Σιουάν με αυτόν τον άνθρωπο είχε ως αποτέλεσμα να εισπράξει πίκρα και χολή στην αναφορά του και μόνο. Ή μισούσε τον Γκάρεθ Μπράυν από την κορυφή μέχρι τα νύχια, ή τον είχε ερωτευθεί, αλλά το να φαντάζεται κανείς τη Σιουάν ερωτευμένη ήταν σαν να φαντάζεται εκείνο το κοράκι να κολυμπάει.
Η κορυφογραμμή όπου είχαν φανεί εκείνοι οι στρατιώτες της Ομάδας ήταν άδεια πια, εκτός από μερικές λοξές σειρές νεκρών κωνοφόρων. Δεν τους είχε προσέξει να φεύγουν. Ο Ματ είχε τη φήμη στρατιώτη; Πιο εύκολο ήταν να πιστέψει σε κοράκια που κολυμπούν. Πίστευε πως είχε κάποιο αξίωμα χάρη στον Ραντ, που κι αυτό απίθανο φαινόταν. Το πιστεύεις επειδή νομίζεις πως ξέρεις πόσο επικίνδυνος είναι, υπενθύμισε στον εαυτό της, ρίχνοντας μια ματιά στον Μπράυν. «...θα έπρεπε να μαστιγωθούν!» Η φωνή της Μυρέλ πετούσε φωτιές. «Σε προειδοποιώ, αν ξανακούσω πως συναντήθηκες πάλι με αυτόν τον Δρακορκισμένο...!»
Όσον αφορά στον Μπράυν, εξακολουθούσε να παραμένει ογκόλιθος ανέγγιχτος από την καταιγίδα, ή έτσι φαινόταν τουλάχιστον. Ίππευε ήρεμα, μουρμουρίζοντας περιστασιακά, «Ναι, Μυρέλ Σεντάι», ή «Όχι, Μυρέλ Σεντάι», χωρίς να δείχνει κανένα σημάδι δυσφορίας και χωρίς να ελαττώνει στο ελάχιστο την επισκόπηση της γύρω περιοχής. Αναμφίβολα, είχε προσέξει τους στρατιώτες να φεύγουν. Όσο κι αν επιστράτευε την υπομονετικότητά του -κι η Εγκουέν ήταν σίγουρη πως ο φόβος δεν έπαιζε κανέναν ρόλο εδώ— η ίδια δεν είχε καμιά διάθεση να ακούει.
«Πάψε, Μυρέλ! Κανείς δεν πρόκειται να πειράξει τον Άρχοντα Μπράυν». Τρίβοντας τους κροτάφους της, σκέφτηκε να ζητήσει Θεραπεία από κάποια από τις αδελφές του καταυλισμού. Στο θέμα αυτό, ούτε η Σιουάν, ούτε η Μυρέλ είχαν μεγάλες ικανότητες. Βέβαια, η Θεραπεία δεν θα βοηθούσε σε τίποτα αν η κακοκεφιά προερχόταν από έλλειψη ύπνου ή από ανήσυχες σκέψεις. Φυσικά, δεν ήθελε με τίποτα να διαδοθεί πως ζοριζόταν υπερβολικά και δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Άσε που υπήρχαν κι άλλοι τρόποι, εκτός από τη Θεραπεία, να αντιμετωπίσει κανείς τους πονοκεφάλους, μόνο που δεν ήταν εφαρμόσιμοι εδώ.
Το στόμα της Μυρέλ σφίχτηκε, για μια στιγμή μόνο. Τινάζοντας το κεφάλι της, απέστρεψε τη ματιά της αναψοκοκκινισμένη, κι ο Μπράυν προσήλωσε το βλέμμα του σε ένα κοκκινόφτερο γεράκι που διέγραφε κύκλους στον αέρα, στα αριστερά τους. Ακόμα κι ένας γενναίος άντρας γνώριζε πότε να είναι διακριτικός. Διπλώνοντας τις φτερούγες του, το γεράκι εφόρμησε προς το μέρος ενός αθέατου θηράματος, πίσω από κάτι καχεκτικά χαμόκλαδα. Κάπως έτσι ένιωθε κι η Εγκουέν. Ορμούσε σε στόχους που δεν μπορούσε να διακρίνει, ελπίζοντας πως ήταν οι σωστοί, ελπίζοντας πως επρόκειτο καν για στόχους.
Ρούφηξε την ανάσα της, ευχόμενη να μπορούσε να τη σταθεροποιήσει. «Όπως και να έχει, Άρχοντα Μπράυν, νομίζω πως είναι καλύτερα να μην ξανασυναντήσεις τον Ταλμέηνς. Θα πρέπει να γνωρίζεις τα σχέδια του τώρα πια». Με τη βοήθεια του Φωτός, ο Ταλμέηνς δεν θα είχε μιλήσει πολύ ακόμα. Κρίμα που δεν κατάφερε να στείλει τη Σιουάν ή τη Ληάνε να τον προειδοποιήσουν, αν φυσικά πειθόταν, αλλά με δεδομένα τα αισθήματα που έτρεφαν οι αδελφές αναμεταξύ τους, θα ήταν το ίδιο σαν να ριψοκινδύνευε αυτή μια συνάντηση με τον Ραντ.