Ο Μπράυν υποκλίθηκε πάνω στη σέλα του. «Όπως προστάζεις, Μητέρα». Δεν υπήρχε ειρωνεία στον τόνο της φωνής του. Δεν συνήθιζε κάτι τέτοιο. Προφανώς, είχε δασκαλευτεί πώς να μιλούσε όταν βρίσκονταν Άες Σεντάι τριγύρω. Η Σιουάν έγειρε πίσω, κοιτώντας τον συνοφρυωμένη. Ίσως να μπορούσε να ξεσκεπάσει προς τα πού έγερνε περισσότερο η αφοσίωσή του. Παρά την έχθρα της, σπαταλούσε αρκετό καιρό μαζί του, πολύ παραπάνω απ' όσο χρειαζόταν.
Καταβάλλοντας κάποια προσπάθεια, η Εγκουέν συνέχισε να ακουμπάει τα χέρια της στα ηνία του Ντάισαρ, μακριά από το κεφάλι της. «Πόσο απέχουμε ακόμα, Άρχοντα Μπράυν;» Της φάνηκε αρκετά δύσκολο να συγκρατήσει την ανυπομονησία από τη φωνή της.
«Λίγο ακόμα, Μητέρα». Για κάποιο λόγο, μισογύρισε να κοιτάξει τη Μυρέλ. «Δεν είμαστε μακριά».
Η περιοχή ήταν διάστικτη από φάρμες, τόσο στις λοφοπλαγιές όσο και στους κάμπους, αν κι ο Εμοντίτης στην Εγκουέν έλεγε πως όλα αυτά, τα χαμηλά, γκριζωπά πέτρινα σπίτια κι οι αποθήκες καθώς και τα απερίφραχτα λιβάδια με τα ελάχιστα, κοκαλιάρικα γελάδια και τα καχεκτικά πρόβατα με τις μαύρες ουρές, δεν είχαν κανένα νόημα. Δεν είχαν καεί όλα μέχρι στιγμής, μερικά μόνο εδώ κι εκεί. Οι φωτιές χρησίμευαν προφανώς στο να δείξουν στους υπόλοιπους τι θα πάθαιναν αν δεν δήλωναν πίστη στον Αναγεννημένο Δράκοντα.
Σε μια αγροικία, είδε μερικούς από τους προπορευόμενους του Άρχοντα Μπράυν που έσερναν μια άμαξα. Το ότι ήταν δικοί του ήταν φανερό τόσο από τον τρόπο που τους κοίταξε κι ένευσε, όσο κι από την έλλειψη λευκής σημαιούλας. Στη Ομάδα άρεσε ανέκαθεν να επιδεικνύεται. Εκτός από τα λάβαρα, μερικοί είχαν αρχίσει τελευταία να φοράνε μια κόκκινη μπόλια τυλιγμένη γύρω από το μπράτσο τους. Μισή ντουζίνα γελάδια και πάνω από δύο ντουζίνες πρόβατα μουγκάνιζαν και βέλαζαν κάτω από τη φρούρηση των έφιππων αντρών, ενώ άλλοι κουβαλούσαν σακίδια από την αποθήκη στις άμαξες, προσπερνώντας έναν καμπούρη αγρότη με την οικογένειά του, έναν βαρύθυμο άνθρωπο με τραχιά, μαύρα μάλλινα ρούχα. Ένα από τα μικρά κορίτσια, φορώντας έναν βαθύ σκούφο όπως και τα άλλα, είχε χώσει το πρόσωπό της στο φουστάνι της μάνας του και, προφανώς, έκλαιγε, ενώ μερικά αγόρια κουνούσαν τις σφιγμένες γροθιές τους, λες κι ήθελαν να παλέψουν. Ο αγρότης θα πληρωνόταν, αλλά, αν δεν είχε σκοπό να διαχειριστεί με φειδώ τα κέρδη του και σκόπευε να τα βάλει με είκοσι πάνοπλους άντρες, αυτές οι καμένες φάρμες τον έκαναν να το σκεφτεί καλύτερα. Συχνά πυκνά, οι στρατιώτες του Μπράυν έβρισκαν καψαλισμένα πτώματα ανάμεσα στα ερείπια, άντρες, γυναίκες και παιδιά που προσπάθησαν να βγουν έξω, αλλά δεν τα κατάφεραν. Μερικές φορές, οι πόρτες και τα παράθυρα είχαν σφραγιστεί απ' έξω.
Η Εγκουέν αναρωτήθηκε κατά πόσον ήταν δυνατόν να πειστούν οι αγρότες κι οι χωριάτες ότι υπήρχε διαφορά ανάμεσα σε έναν ληστοσυμμορίτη και σε έναν στρατιώτη. Πολύ το ήθελε, αλλά δεν έβλεπε τον τρόπο, εκτός κι αν άφηνε τους στρατιώτες της να πεινάσουν μέχρι που να παραιτηθούν. Αν οι ίδιες οι αδελφές δεν έβλεπαν τη διαφορά ανάμεσα στους ληστοσυμμορίτες και στην Ομάδα, δεν υπήρχε καμιά ελπίδα για τους επαρχιώτες. Καθώς η φάρμα χανόταν πίσω τους, αντιστάθηκε στον πειρασμό να γυρίσει στη σέλα της και να την κοιτάξει. Ακόμα κι αν την έβλεπε, δεν θα άλλαζε τίποτα.
Ο Άρχοντας Μπράυν τηρούσε πάντα τον λόγο του. Τρία ή τέσσερα μίλια από τον καταυλισμό -σε ευθεία γραμμή, δηλαδή, αλλά η απόσταση ήταν διπλάσια αν περνούσες πάνω από την περιοχή που είχαν διασχίσει- κινήθηκαν κυκλικά γύρω από την άκρη ενός λόφου διάστικτου από θυσάνους και δέντρα κι αυτός σταμάτησε. Ο ήλιος βρισκόταν στη μισή απόσταση από την κορυφή. Υπήρχε κι ένας άλλος δρόμος από την κάτω μεριά, στενότερος και πιο φιδογυριστός από αυτόν που περνούσε μέσα από τον καταυλισμό. «Νόμιζαν πως, αν ταξιδέψουν νύχτα θα απέφευγαν τους ληστοσυμμορίτες», είπε. «Όχι κι άσχημη ιδέα, όπως αποδείχτηκε, αλλιώς θα είχαν την τύχη του Σκοτεινού. Έρχονταν από το Κάεμλυν».
Μια εμπορική αμαξοστοιχία από πενήντα τουλάχιστον μεγάλες άμαξες, πίσω από άλλες που ήταν μαζεμένες σε ομάδες των δέκα περίπου, απλωνόταν σε όλο το μήκος του δρόμου, σταματημένη κάτω από την άγρυπνη επιτήρηση μερικών στρατιωτών του Μπράυν. Κάποιοι από αυτούς είχαν ξεπεζέψει κι επιτηρούσαν τη μεταφορά των βαρελιών και των σακιδίων από τις εμπορικές άμαξες σε μισή ντουζίνα δικές τους. Μια γυναίκα με ένα απέριττο, μαύρο φόρεμα κουνούσε τα χέρια της κι έδειχνε ζωηρά προς την κατεύθυνση διαφόρων αντικειμένων, είτε διαμαρτυρόμενη είτε κάνοντας παζάρια, αλλά οι δικοί της στέκονταν παράμερα, κατσούφηδες και σιωπηλοί. Λίγο πιο πάνω στον δρόμο, σαν ζοφερά φρούτα που στόλιζαν τα απλωτά κλαδιά μιας βελανιδιάς, τα σώματα των κρεμασμένων λικνίζονταν καθώς κρέμονταν από τα γυμνά κλωνάρια. Τρόπος του λέγειν γυμνά, μια και τα κοράκια ήταν τόσα που το δέντρο λες κι είχε μαύρο φύλλωμα. Κι είχαν μπόλικη τροφή στη διάθεσή τους αυτά τα πουλιά. Ακόμα κι από αυτή την απόσταση, το θέαμα δεν επέδρασε θετικά στο κεφάλι ή στο στομάχι της Εγκουέν.