«Αυτό ήθελες να δω; Τους έμπορους ή τους ληστοσυμμορίτες;» Δεν έβλεπε ούτε ένα ρούχο πάνω σε αυτά τα αιωρούμενα πτώματα, άσε που, όταν οι ληστοσυμμορίτες κρέμαγαν κόσμο, δεν έκαναν εξαίρεση στα γυναικόπαιδα. Ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να τους έχει κρεμάσει, οι στρατιώτες του Μπράυν, η Ομάδα -το ότι η Ομάδα κρέμαγε όσους από τους, αυτοαποκαλούμενους, Δρακορκισμένους έπιανε, δεν είχε καμιά σημασία για τις αδελφές- ή ακόμα και κάποιος ντόπιος άρχοντας ή αρχόντισσα. Αν οι Μουραντιανοί ευγενείς αποφάσιζαν να συνεργαστούν, όλοι οι ληστοσυμμορίτες θα κρέμονταν τώρα από τα δέντρα, αλλά αυτό ήταν σαν να ζητάς από μια γάτα να χορέψει. Μια στιγμή. Είχε αναφέρει το Κάεμλυν. «Έχει αυτό καμιά σχέση με τον Ραντ, ή με τους Άσα'μαν;»
Αυτή τη φορά, ο Μπράυν δεν δίστασε να κοιτάξει πρώτα την Εγκουέν, έπειτα τη Μυρέλ και ξανά την Εγκουέν. Το καπέλο της Μυρέλ έριχνε σκιές στο πρόσωπό της. Έμοιαζε κατηφής έτσι όπως ήταν ζαρωμένη πάνω στη σέλα της και δεν θύμιζε διόλου τη γεμάτη αυτοπεποίθηση καβαλάρισσα του πρόσφατου παρελθόντος. Τελικά, ο Μπράυν αποφάσισε να απαντήσει. «Σκέφτηκα πως καλό θα ήταν να μάθεις πριν από κάθε άλλον πώς έχει η κατάσταση, αλλά ίσως έκανα λάθος...» ξανακοίταξε τη Μυρέλ.
«Να μάθει τι πράγμα, τριχωτέ μπούφε;» γρύλισε η Σιουάν, τσιγκλώντας τη χοντρή φοράδα της για να τους προσεγγίσει.
Η Εγκουέν έκανε μια καθησυχαστική χειρονομία προς το μέρος της. «Ό,τι έχεις να πεις σε μένα, μπορεί να το ακούσει κι η Μυρέλ, Άρχοντα Μπράυν. Είναι άξια εμπιστοσύνης». Το κεφάλι της Πράσινης αδελφής τινάχτηκε. Κρίνοντας από το έκπληκτο βλέμμα της, θα αμφέβαλλε κανείς ότι είχε ακούσει αυτά τα λόγια από την Εγκουέν, ύστερα από ένα λεπτό ο Μπράυν ένευσε καταφατικά.
«Βλέπω πως... άλλαξαν τα πράγματα. Μάλιστα, Μητέρα». Αφαίρεσε την περικεφαλαία του και την ακούμπησε στο μπροστάρι της σέλας του. Έμοιαζε ακόμα διστακτικός και διάλεγε τις λέξεις του προσεκτικά. «Οι έμποροι μεταφέρουν τις φήμες όπως τα σκυλιά τους ψύλλους, κι αυτοί εκεί κάτω έχουν μπόλικες. Δεν λέω, φυσικά, πως όλες είναι αλήθεια, αλλά...» Ήταν περίεργο θέαμα να βλέπεις τον Άρχοντα Μπράυν τόσο διστακτικό. «Μητέρα, μια από τις φήμες που άκουσαν καθ' οδόν λέει ότι ο Ραντ αλ'Θόρ πήγε στον Λευκό Πύργο κι ορκίστηκε πίστη στην Ελάιντα».
Για μια στιγμή, η όψη της Μυρέλ ήταν απαράλλακτη με αυτή της Σιουάν. Το αίμα φάνηκε να έχει στραγγιστεί από τα πρόσωπά τους καθώς οραματίζονταν την καταστροφή. Η Μυρέλ μάλιστα ταλαντεύτηκε ανήσυχα στη σέλα της κι η Εγκουέν απέμεινε να τον κοιτάει. Κατόπιν, ξαφνιάζοντας τόσο τον εαυτό της όσο και τους υπόλοιπους, ξέσπασε σε γέλια. Ο Ντάισαρ αναπήδησε πάνω στο πετρώδες έδαφος, καταπραΰνοντας τη νευρικότητά της. «Άρχοντα Μπράυν», είπε η Εγκουέν, χτυπώντας χαϊδευτικά τον λαιμό του ευνουχισμένου της ζώου, «πίστεψέ με πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Είμαι πέρα για πέρα σίγουρη».
Η Σιουάν ξεφύσησε ανακουφισμένη κι η Μυρέλ τη μιμήθηκε, δευτερόλεπτα μετά. Παρακολουθώντας τις εκφράσεις τους, η Εγκουέν ήταν έτοιμη να γελάσει ξανά. Τόσο πολύ ανακουφισμένες ένιωθαν που τα μάτια τους είχαν γουρλώσει, σαν τα παιδάκια που τους λες ότι ο Σκιάνθρωπος δεν κρύβεται κάτω από το κρεβάτι τους. Αυτά όσον αφορά στην αταραξία των Άες Σεντάι.
«Αν είναι έτσι, πάει καλά», είπε ξερά ο Μπράυν, «αλλά, ακόμα κι αν απέλυα κάθε άντρα που έχω εκεί κάτω, η φήμη θα εξακολουθούσε να κυκλοφορεί ανάμεσα στους στρατιώτες και τους βαθμοφόρους. Θα διαδοθεί στο στράτευμα όπως η φωτιά στους λόφους». Η παρατήρηση αυτή έδιωξε την ιλαρότητα από πάνω της. Αν μη τι άλλο, αυτό θα ήταν πραγματική συμφορά.
«Αύριο θα βάλω τις αδελφές να ανακοινώσουν την αλήθεια στους στρατιώτες σου. Είναι αρκετές έξι από τις καλύτερες Άες Σεντάι; Η Μυρέλ με τη Σέριαμ, η Καρλίνυα με την Μπεόνιν κι η Ανάγια με τη Μόρβριν». Οι αδελφές αυτές δεν είχαν καμιά διάθεση να συναντηθούν με τις Σοφές, αλλά δεν μπορούσαν να αρνηθούν την προσταγή της. Στην πραγματικότητα, δεν ήθελαν να σταματήσουν τη διάδοση της συγκεκριμένης φήμης. Ο αχνός μορφασμός της Μυρέλ ακολουθήθηκε από μια γκριμάτσα καρτερικότητας που έκανε με το στόμα της.