Выбрать главу

Ακουμπώντας τον αγκώνα του πάνω στην περικεφαλαία του, ο Μπράυν κοίταξε εξεταστικά την Εγκουέν και τη Μυρέλ. Στη Σιουάν δεν έριξε ούτε ματιά. Το καστανοκόκκινο άλογό του ποδοβόλησε πάνω στα βράχια κι ένα κοπάδι πουλιών που έμοιαζαν με περιστέρια με λαμπερά, γαλάζια φτερά, ξεπετάχτηκαν πίσω από τους θάμνους, λίγα βήματα μακρύτερα, αναγκάζοντας τον Ντάισαρ και το κοκκινότριχο ζωντανό της Μυρέλ να αναπηδήσουν νευρικά. Το υποζύγιο του Μπράυν δεν κουνήθηκε καν. Αναμφίβολα είχε ακούσει για τις πύλες, παρ' όλο που δεν είχε ιδέα τι ήταν -ήταν συνήθειο των Άες Σεντάι να κρατούν μυστικά κι ήλπιζαν να κρατήσουν κι αυτό από τα αυτιά της Ελάιντα— και σίγουρα δεν ήξερε τίποτα για τον Τελ'αράν'ριοντ -το ζωτικό αυτό μυστικό που ήταν ευκολότερο να φρουρηθεί, μια και δεν εκδηλωνόταν στα φανερά- ωστόσο, δεν ρώτησε τίποτα. Ίσως πια να είχε συνηθίσει στις Άες Σεντάι και στα μυστικά τους.

«Αυτά όσον αφορά στην ειλικρίνεια», είπε τελικά. «Αν θέλουν να βγάλουν από τη μύγα ξύγκι...» Το βλέμμα του δεν είχε σκοπό τον εκφοβισμό, απλώς να επισημάνει πού ήταν το θέμα. Φάνηκε ικανοποιημένος με την έκφρασή της. «Φαίνεται πως τα πας μια χαρά, Μητέρα. Σου εύχομαι μια επιτυχημένη συνέχεια. Όρισέ μου ώρα το απόγευμα κι εγώ θα έρθω. Θα έπρεπε να συσκεπτόμαστε πιο συχνά. Όποτε με ζητήσεις θα έρχομαι. Πρέπει να αρχίσουμε να κάνουμε σχέδια για να γίνεις Έδρα της Άμερλιν μόλις φθάσουμε στην Ταρ Βάλον».

Ο τόνος της φωνής του ήταν μετρημένος —προφανώς δεν ήταν κι ο ίδιος σίγουρος τι ακριβώς συνέβαινε ή κατά πόσον έπρεπε να έχει εμπιστοσύνη στη Μυρέλ- και της πήρε μια στιγμή μέχρι να συνειδητοποιήσει τι είχε κάνει ο Μπράυν. Ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Ίσως είχε συνηθίσει υπέρ το δέον τον τρόπο που μιλούσαν μεταξύ τους οι Άες Σεντάι, αλλά... Ο Μπράυν μόλις είχε πει ότι ο στρατός τής ανήκε. Ήταν σίγουρη. Δεν ανήκε στην Αίθουσα, ούτε στη Σέριαμ. Μόνο σ' αυτήν.

«Σ' ευχαριστώ, Άρχοντα Μπράυν». Τα λόγια της δεν ήταν αρκετά, ειδικά όταν το προσεκτικό του νεύμα κι η ματιά του που ήταν καρφωμένη στη δικιά της έμοιαζαν να επιβεβαιώνουν όσα πίστευε. Ξαφνικά, χίλιες ερωτήσεις ξεπήδησαν στο μυαλό της, τις περισσότερες από τις οποίες δεν θα μπορούσε να εκφράσει ούτε καν όταν θα ήταν μόνοι τους. Κρίμα που δεν τον είχε κάνει να την εμπιστευτεί ολοκληρωτικά. Πρόσεχε μέχρι να σιγουρευτείς, κι έπειτα πρόσεχε περισσότερο. Ήταν μια παλιά παροιμία που ταίριαζε πολύ καλά στα πάρε-δώσε που είχε κανείς με τις Άες Σεντάι. Ακόμα κι οι καλύτεροι άντρες μπορούσαν να συζητάνε διάφορα πράγματα με τους φίλους τους, ειδικά αν υποτίθεται ότι ήταν μυστικά. «Σίγουρα θα σε περιμένουν διάφορες δουλειές από το πρωί», του είπε, μαζεύοντας τα ηνία. «Μπορείς να γυρίσεις. Εμείς θα προχωρήσουμε λίγο ακόμα».

Ο Μπράυν διαμαρτυρήθηκε, βέβαια. Άρχισε να μιλάει σαν Πρόμαχος, λέγοντάς τους πως ήταν αδύνατον να παρακολουθεί συγχρόνως τα πάντα και πως, ένα βέλος καρφωμένο στην πλάτη μπορούσε να σκοτώσει το ίδιο εύκολα μια Άες Σεντάι όσο κι οποιονδήποτε άλλον. Η Εγκουέν αποφάσισε πως ο επόμενος άντρας που θα της έλεγε κάτι τέτοιο θα το πλήρωνε ακριβά. Τρεις Άες Σεντάι ισοδυναμούσαν με τριακόσιους άντρες. Στο τέλος, παρά τις γκρίνιες, δεν είχε άλλη επιλογή από το να υπακούσει. Φόρεσε την περικεφαλαία του και, σπιρουνίζοντας το άλογο του, άρχισε να κατηφορίζει την ακανόνιστη πλαγιά, προς το κομβόι των εμπορικών αμαξιών, αντί να γυρίσει στον δρόμο απ' όπου είχαν έρθει. Από τη δική της άποψη όμως, αυτό ήταν καλύτερο.

«Προχώρα μπροστά, Σιουάν», είπε η Εγκουέν μόλις ο Μπράυν απομακρύνθηκε καμιά δεκαριά βήματα.

Η Σιουάν του έριξε μια ματιά λες κι ο άντρας την είχε παρασκοτίσει. Τακτοποίησε ρουθουνίζοντας το ψάθινο καπέλο της, στριφογύρισε τη φοράδα της -την έσυρε, για την ακρίβεια— και σπιρούνισε το ψυχωμένο ζωντανό για να προχωρήσει. Η Εγκουέν έκανε νόημα στη Μυρέλ να ακολουθήσει. Όπως κι ο Μπράυν, έτσι κι αυτή δεν είχε άλλη επιλογή.

Αρχικά, η Μυρέλ της έριχνε λοξές ματιές, περιμένοντας προφανώς από την Εγκουέν να ανακινήσει το θέμα των αδελφών που θα στέλνονταν στον Λευκό Πύργο. Ήταν φανερό ότι έψαχνε δικαιολογίες για τον λόγο που θα το κρατούσε κρυφό ακόμα κι από την Αίθουσα. Όσο πιο πολύ παρέμενε σιωπηλή η Εγκουέν, τόσο περισσότερο η άλλη μετατοπιζόταν ανήσυχα πάνω στη σέλα της. Η Μυρέλ άρχισε να βρέχει τα χείλη με τη γλώσσα της, τα οποία έμοιαζαν με καλοφτιαγμένες ρωγμές που απλώνονταν πάνω στην παραδοσιακή ηρεμία μιας Άες Σεντάι. Η σιωπή ήταν πολύ χρήσιμο εργαλείο.

Για κάμποση ώρα, οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν ήταν οι οπλές των αλόγων τους κι οι σποραδικές κραυγές των πουλιών ανάμεσα στα θάμνα, αλλά, μόλις έγινε προφανής η κατεύθυνση που ακολουθούσε η Σιουάν, καθώς προχωρούσε υπό γωνία και κάπως δυτικά από το μονοπάτι που οδηγούσε στο στρατόπεδο, η ανησυχία της Μυρέλ αυξήθηκε κι άρχισε να κουνιέται πάνω στη σέλα της σαν να είχε καρφιά. Ίσως τελικά να υπήρχε κάτι σημαντικό σε όλες αυτές τις πληροφορίες που είχε συλλέξει η Σιουάν.