Выбрать главу

Όταν η Σιουάν πήρε άλλη μια στροφή δυτικά, ανάμεσα από δύο ακανόνιστους λόφους που έγερναν ο ένας προς τον άλλον, η Μυρέλ τράβηξε τα γκέμια και το άλογο σταμάτησε. «Μα... από κει υπάρχει ένας καταρράκτης», είπε δείχνοντας ανατολικά. «Ακόμα και πριν από την ξηρασία δεν ήταν πολύ μεγάλος, αλλά παραμένει αρκετά εντυπωσιακός». Η Σιουάν σταμάτησε κι αυτή και κοίταξε προς τα πίσω με ένα αδρό χαμόγελο.

Τι μπορεί να έκρυβε η Μυρέλ; Η Εγκουέν ήταν περίεργη. Έριξε μια ματιά στην Πράσινη αδελφή κι απόρησε όταν είδε μια σταγόνα ιδρώτα να κυλάει στο μέτωπό της, λαμποκοπώντας στη σκιά, στην άκρη του πλατύγυρου, γκρίζου καπέλου της. Πολύ θα ήθελε να μάθει τι μπορεί να ήταν αυτό που έκανε μια Άες Σεντάι να ιδρώνει.

«Νομίζω πως ο δρόμος που ακολουθεί η Σιουάν έχει να μας προσφέρει πιο ενδιαφέροντα τοπία, έτσι δεν είναι;» είπε η Εγκουέν, στρέφοντας τον Ντάισαρ προς τα εκεί, κι η Μυρέλ αναδιπλώθηκε. «Έλα, προχώρα».

«Ξέρεις τα πάντα, έτσι;» μουρμούρισε με κάποια αστάθεια στη φωνή της η Μυρέλ καθώς προχωρούσαν ανάμεσα στους γερτούς λόφους. Κι άλλες σταγόνες ιδρώτα στόλιζαν τώρα το μέτωπό της. Φαίνεται πως είχε ταρακουνηθεί για τα καλά. «Τα πάντα. Πως γίνεται να...» Ξαφνικά, αναπήδησε στη σέλα της, κοιτώντας την πλάτη της Σιουάν. «Αυτή φταίει! Η Σιουάν ήταν δική σου εξ' αρχής!» Ακουγόταν σχεδόν αγανακτισμένη. «Πως ήταν δυνατόν να είμαστε τόσο τυφλοί; Όμως, δεν καταλαβαίνω. Πήραμε τόσες προφυλάξεις».

«Αν θες να κρατήσεις κάτι κρυφό», είπε περιφρονητικά η Σιουάν πάνω από τον ώμο της, «μην προσπαθείς να αγοράσεις πλαστές πιπεριές σ' αυτές τις περιοχές του νότου».

Τι διάβολο ήταν αυτές οι πλαστές πιπεριές; Για τι πράγμα μιλούσαν; Η Μυρέλ αναρίγησε. Η Σιουάν δεν επιχείρησε να τη βάλει στη θέση της με κάποιο δεικτικό σχόλιο, κι αυτό ήταν ένδειξη του πόσο ταραγμένη ήταν η Μυρέλ. Αντί γι' αυτό, έγλειψε τα χείλη της, λες κι είχαν ξεραθεί ξαφνικά.

«Μητέρα, πρέπει να καταλάβεις για ποιο λόγο το έκανα, για ποιο λόγο το κάναμε». Η εξαλλοσύνη στη φωνή της ήταν τέτοια που θα έκανε τους μισούς Αποδιωγμένους να τρομάξουν, και την ίδια την Εγκουέν ακόμα. «Όχι επειδή το ζήτησε η Μουαραίν, ούτε επειδή ήταν φίλη μου. Δεν μ' αρέσει να τους αφήνω να πεθαίνουν. Καθόλου δεν μου αρέσει! Η συμφωνία που συνάψαμε είναι άνιση για μας σε μερικά σημεία, κι ακόμα πιο άνιση γι' αυτούς. Πρέπει να καταλάβεις. Πρέπει!»

Τη στιγμή που η Εγκουέν πίστεψε πως είχε έρθει η ώρα να αποκαλύψει τα πάντα, η Σιουάν σταμάτησε ξανά την εύσωμη φοράδα της και τις κοίταξε και τις δύο. Η Εγκουέν κάλλιστα θα τη χαστούκιζε. «Ίσως θα ήταν καλύτερα για σένα να προχωρήσεις μπροστά στην υπόλοιπη διαδρομή, Μυρέλ», είπε ψυχρά, με αηδία σχεδόν. «Υπάρχουν φορές που η συνεργασία σημαίνει ανακούφιση».

«Ναι». Η Μυρέλ ένευσε καταφατικά, με τα χέρια της να παίζουν αδιάκοπα πάνω στα γκέμια. «Φυσικά».

Έμοιαζε έτοιμη να την πάρουν τα δάκρυα καθώς προχώρησε μπροστά. Η Σιουάν, ακολουθώντας ξοπίσω, φαινόταν ξαλαφρωμένη για λίγο. Η Εγκουέν αισθανόταν έτοιμη να εκραγεί. Ποια συμφωνία; Με ποιον; Ποιοι θα πέθαιναν; Κι όταν έλεγε «για μας», ποιους εννοούσε; Τη Σέριαμ και τις υπόλοιπες; Η Μυρέλ όμως ήταν σε απόσταση ακοής, και δεν ήταν συνετό αυτή τη στιγμή να φανερώσει την άγνοιά της. Μια αδαής γυναίκα που κρατάει το στόμα της κλειστό περνάει για σοφή, έτσι έλεγε η παροιμία. Υπήρχε όμως και μια άλλη: Αν κρατάς ένα μυστικό είναι σαν να κρατάς δέκα. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να πάει με τα νερά της και να προσπαθήσει να συγκρατηθεί. Η Σιουάν, πάντως, θα έτρωγε γερή κατσάδα. Υποτίθεται πως δεν έπρεπε να κρατάει μυστικά από αυτήν. Τρίζοντας τα δόντια της, η Εγκουέν πάσχισε να φανεί υπομονετική κι αδιάφορη. Συνετή.

Μόλις βρέθηκαν σχεδόν πίσω στον δρόμο του καταυλισμού, λίγα μίλια δυτικότερα, η Μυρέλ τους οδήγησε σε έναν χαμηλό λόφο με επίπεδη κορυφή, καλυμμένο με κωνοφόρα και χαμοδάφνες. Δύο τεράστιες βαλανιδιές εμπόδιζαν να φυτρώσει οτιδήποτε άλλο στην πλατιά κοιλότητα της κορυφής. Κάτω από τα πυκνά κλαριά που περιελίσσονταν το ένα με το άλλο, υπήρχαν τρεις σκηνές με μυτερή κορυφή και μπαλώματα από καραβόπανο, μια αμυντική γραμμή από άλογα, μια καρότσα και πέντε πανύψηλα πολεμικά άλογα, προσεκτικά περιφραγμένα από τα υπόλοιπα. Η Νισάο Ντάτσεν, φορώντας ένα απλό και κοφτό φόρεμα ιππασίας σε μπρούτζινο χρώμα, περίμενε στο στέγασμα, μπροστά σε μία από τις σκηνές, να καλωσορίσει λες τους επισκέπτες, έχοντας πλάι της τον Σάριν Χόιγκαν με τον πράσινο λαδί μανδύα που συνήθιζαν να φοράνε αρκετοί από τους Γκαϊντίν. Ένας φαλακρός άντρας, απολειφάδι σχεδόν αν και ψηλότερος της, με μια πυκνή, μαύρη γενειάδα, στεκόταν δίπλα της. Ήταν ο Πρόμαχος της Νισάο. Λίγα βήματα πιο πέρα, δύο από τους τρεις Γκαϊντίν της Μυρέλ τους κοίταζαν επιφυλακτικά καθώς εισέρχονταν στην κοιλότητα. Ο Κρόι Μάκιν, ψηλόλιγνος και ξανθομάλλης, κι ο Νούχελ Ντρόμαντ, μελαψός κι ογκώδης, με μια γενειάδα που άφηνε γυμνό το πάνω του χείλος. Κανείς τους δεν φαινόταν ξαφνιασμένος. Προφανώς, κάποιος από τους Προμάχους φύλαγε σκοπιά και τους είχε ειδοποιήσει. Ωστόσο, δεν υπήρχε φανερός λόγος για όλη αυτή τη μυστικοπάθεια, ούτε και για την αμηχανία που έδειχνε η Μυρέλ. Κι εν πάση περιπτώσει, αν η Νισάο τους περίμενε για να τους καλωσορίσει, γιατί τα χέρια της ήταν απασχολημένα να τρίβουν το χώρισμα της φούστας της; Έμοιαζε σαν να προτιμάει να αντιμετωπίσει την Ελάιντα, με την κατάλληλη προστασία φυσικά.