Выбрать главу

Δύο γυναίκες που τους περιεργάζονταν από τη γωνία κάποιας σκηνής μπήκαν μέσα βιαστικά, αλλά η Εγκουέν πρόλαβε και τις αναγνώρισε. Η Νίκολα κι η Αράινα. Ξαφνικά, ένιωσε ανήσυχη. Πού την είχε φέρει η Σιουάν;

Η Σιουάν δεν έδειχνε καθόλου νευρικότητα καθώς ξεπέζευε. «Φανέρωσέ τον, Μυρέλ. Τώρα». Ο τόνος της φωνής της έμοιαζε εκδικητικός κι έκανε ακόμα και μια λίμα να μοιάζει απαλή. «Είναι πολύ αργά πια για να κρυβόμαστε».

Η Μυρέλ κατέβαλε προσπάθεια να κρύψει ένα κατσούφιασμα που η Σιουάν της απηύθυνε τον λόγο με αυτόν τον τρόπο. Προσπαθώντας εμφανώς να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της, έβγαλε το καπέλο από το κεφάλι της και ξεπέζεψε αμίλητη. Προχώρησε αθόρυβα μέχρι την είσοδο μιας από τις σκηνές κι εξαφανίστηκε στο εσωτερικό. Τα ήδη γουρλωμένα μάτια της Νισάο την ακολούθησαν, γουρλώνοντας κι άλλο. Έμοιαζε πετρωμένη σε εκείνο το σημείο.

Κανείς άλλος εκτός από τη Σιουάν δεν ήταν εκεί κοντά για να κρυφακούσει. «Γιατί παρεμβλήθηκες;» απαίτησε να μάθει η Εγκουέν καθώς ξεπέζευε κι αυτή. «Είμαι σίγουρη πως ήταν έτοιμη να ομολογήσει... δεν ξέρω κι εγώ τι... κι εξακολουθώ να μην έχω καμιά ένδειξη. Πλαστές πιπεριές, είπες;»

«Είναι πολύ δημοφιλείς στο Σίναρ και στη Μαλκίρ», απάντησε ήρεμα η Σιουάν. «Το άκουσα μόλις άφησα την Ελντέν, το πρωί. Έπρεπε να την αναγκάσω να προπορευτεί. Δεν ήξερα ακριβώς τι εννοούσε. Ίσως να μην ήταν κι ό,τι καλύτερο αν το ανακάλυπτε, έτσι δεν είναι; Ούτε για τη Νισάο γνώριζα κάτι. Νόμιζα πως, καλά-καλά, δεν μιλούσαν μεταξύ τους». Έριξε μια ματιά στην Κίτρινη αδελφή και κούνησε το κεφάλι της κάπως εκνευρισμένη. Η αποτυχία να μάθει κάτι ήταν, πολλές φορές, αβάσταχτη για τη Σιουάν. «Εκτός κι αν ξαφνικά τυφλώθηκα και χάζεψα, αυτές οι δύο...» Έκανε μια γκριμάτσα λες κι είχε στο στόμα της κάτι σάπιο και ψέλλισε κάτι προσπαθώντας να βρει την κατάλληλη ονομασία. Ξαφνικά, έπιασε την Εγκουέν από το μανίκι. «Νάτες, έρχονται. Θα δεις κι από μόνη σου».

Η Μυρέλ βγήκε πρώτη από τη σκηνή κι ακολούθησε ένας άντρας με ακριβές μπότες και βράκες που χρειάστηκε να σκύψει για να περάσει από την υφασμάτινη είσοδο. Στο χέρι του άδραχνε ένα γυμνωμένο ξίφος, ενώ ουλές σημάδευαν σταυρωτά το ελάχιστα τριχωτό του στήθος. Ήταν πάνω από ένα κεφάλι ψηλότερος της, ψηλότερος από οποιονδήποτε Πρόμαχο. Η γκριζάδα στα μακριά, μαύρα μαλλιά του, συγκρατημένα από μια δερμάτινη πλεξούδα περασμένη γύρω από τους κροτάφους του, είχε προχωρήσει από την τελευταία φορά που τον είχε δει η Εγκουέν, κατά τα' άλλα, όμως, το παρουσιαστικό του Λαν Μαντράγκοραν παρέμενε σκληρό. Κομμάτια του αινίγματος ταίριαξαν ξαφνικά μεταξύ τους, για την ίδια ωστόσο το παζλ παρέμενε ακόμα αξεδιάλυτο. Υπήρξε Πρόμαχος της Μουαραίν, της Άες Σεντάι που είχε φέρει την ίδια, μαζί με τον Ραντ και τους υπόλοιπους, από τους Δύο Ποταμούς πριν από τόσο καιρό ώστε νόμιζε πως είχαν περάσει αιώνες. Όμως, η Μουαραίν πέθανε μόλις σκότωσε τη Λανφίαρ κι ο Λαν είχε αποτραβηχτεί στην Καιρχίν αμέσως μετά. Ίσως όλα ήταν ξεκάθαρα για τη Σιουάν, αλλά για την ίδια το τοπίο παρέμενε θολό.

Μουρμουρίζοντας κάτι στον Λαν, η Μυρέλ τον άγγιξε στο μπράτσο κι αυτός μόρφασε ελαφρά, σαν νευρικό άλογο, αλλά το τραχύ του πρόσωπο δεν αποτραβήχτηκε από την Εγκουέν. Στο τέλος ένευσε, έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε κάτω από τα κλωνάρια των βαλανιδιών. Άδραξε και με τα δύο χέρια τη λαβή του σπαθιού του, το ανασήκωσε πάνω από το κεφάλι του, με τη λάμα ελαφρά γερτή, στηρίχθηκε στη μύτη της μιας μπότας κι έμεινε ακίνητος.

Για ένα δευτερόλεπτο, η Νισάο τον κοίταξε βλοσυρή, λες κι οι κινήσεις του αποτελούσαν αίνιγμα και για την ίδια. Ύστερα, το βλέμμα της έπεσε πάνω στη Μυρέλ κι οι δύο γυναίκες έστρεψαν τη ματιά τους στην Εγκουέν. Αντί όμως να έρθουν κοντά της η μία πλησίασε την άλλη κι αντάλλαξαν βιαστικούς ψιθύρους. Έτσι, τουλάχιστον, φάνηκε αρχικά. Κατόπιν, η Νισάο έμεινε ακίνητη, κουνώντας το κεφάλι της σαν να δυσπιστούσε για κάτι ή σαν να το απέρριπτε. «Εσύ φταις για όλα», γρύλισε δυνατά. «Τι ανόητη και τυφλή που ήμουν να σε ακούσω».