«Αυτό είναι μάλλον... ενδιαφέρον», είπε η Σιουάν καθώς οι άλλες δύο στράφηκαν τελικά προς το μέρος της ίδιας και της Εγκουέν. Ο τρόπος που την πρόφερε έκανε τη λέξη να ηχεί δυσοίωνη.
Η Μυρέλ κι η Νισάο έλεγξαν βιαστικά τα μαλλιά και τα ρούχα τους καθώς διέσχιζαν την κοντινή απόσταση για να βεβαιωθούν πως όλα ήταν εντάξει. Ίσως τις είχαν πιάσει να... τι; αναρωτήθηκε η Εγκουέν. Προφανώς, ήθελαν να δείξουν τον καλύτερο τους εαυτό.
«Θα ήθελες να περάσεις μέσα, Μητέρα;» είπε η Μυρέλ, δείχνοντας την πλησιέστερη σκηνή. Ένα τρέμουλο στη φωνή της πρόδιδε την παγερή της έκφραση. Ο ιδρώτας είχε εξαφανιστεί. Μάλλον τον είχε σφουγγίσει, κι αυτός δεν επανεμφανίστηκε.
«Όχι, ευχαριστώ θυγατέρα».
«Δεν θες λίγο ποντς;» ρώτησε η Νισάο, χαμογελώντας. Έμοιαζε ταραγμένη και τα χέρια ήταν διπλωμένα πάνω στο στήθος της. «Σιουάν, πες στη Νίκολα να φέρει το ποντς». Η Σιουάν δεν κουνήθηκε κι η Νισάο βλεφάρισε έκπληκτη. Το στόμα της είχε γίνει μια λεπτή γραμμή. Ωστόσο, το χαμόγελο επέστρεψε την επόμενη στιγμή κι η Νισάο ύψωσε κάπως τη φωνή της. «Νίκολα; Φέρε, παιδί μου, το ποντς. Είναι φτιαγμένο με αποξηραμένα βατόμουρα, φοβάμαι, αλλά θα σε τονώσει μια χαρά», εκμυστηρεύτηκε στην Εγκουέν.
«Δεν πίνω ποντς», αποκρίθηκε η τελευταία ευγενικά. Η Νίκολα φάνηκε πίσω από τη σκηνή, χωρίς να δείχνει κανένα σημάδι βιασύνης για να υπακούσει. Τουναντίον, στεκόταν κοιτώντας τις τέσσερις Άες Σεντάι και μασώντας το κάτω χείλος της. Η Νισάο της έριξε ένα βλέμμα που μόνο ως απέχθεια μπορούσε να ερμηνευθεί, αλλά δεν είπε τίποτα. Αλλο ένα κομμάτι του παζλ ταίριαξε με τα υπόλοιπα κι η Εγκουέν ξεφύσησε κάπως πιο ανακουφισμένη. «Αυτό που επιθυμώ να μάθω, κόρη, αυτό που απαιτώ μάλλον, είναι μια εξήγηση».
Άσχετα αν έδειχναν τον καλύτερο τους εαυτό, ήταν προφανές ότι έκαναν φιγούρα. Η Μυρέλ άπλωσε το χέρι της ικετευτικά. «Μητέρα, η Μουαραίν δεν με διάλεξε μόνο επειδή ήμασταν φίλες. Δύο από τους Προμάχους μου ανήκαν κατά πρώτον στις αδελφές που πέθαναν. Ο Άβαρ κι ο Νούχελ. Καμιά άλλη αδελφή δεν έχει σώσει πάνω από έναν εδώ κι αιώνες».
«Ανακατεύτηκα μόνο και μόνο εξαιτίας του μυαλού του», είπε η Νισάο βιαστικά. «Με ενδιαφέρουν οι ασθένειες του νου, κι αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια τέτοια. Ουσιαστικά, η Μυρέλ με παρέσυρε».
Τακτοποιώντας τη φούστα της, η Μυρέλ έριξε μια σκοτεινή ματιά στην Κίτρινη αδελφή κι αυτή της την επέστεψε με το ανάλογο ενδιαφέρον. «Μητέρα, όταν πεθαίνει η Άες Σεντάι ενός Προμάχου είναι σαν να καταπίνει ο ίδιος το θάνατό της ο οποίος τον κατατρώει εκ των έσω. Αυτός...»
«Το ξέρω, Μυρέλ», την έκοψε απότομα η Εγκουέν. Η Σιουάν κι η Ληάνε την είχαν ενημερώσει σχετικά, αν και καμιά της δεν ήξερε ότι ο λόγος που ρωτούσε είχε να κάνει με το τι έπρεπε να περιμένει από τον Γκάγουιν. Άθλιο παζάρι, έτσι το είχε αποκαλέσει η Μυρέλ, κι ίσως να είχε δίκιο. Όταν πέθαινε ο Πρόμαχος μιας αδελφής, αυτή κατακλυζόταν από θλίψη. Μπορούσε να την ελέγξει κατά κάποιον τρόπο, ίσως και να την αναιρούσε εν μέρει, αλλά -αργά ή γρήγορα- την έφθειρε. Όσο και να τα κατάφερνε η Σιουάν παρουσία άλλων, εξακολουθούσε να κλαίει όταν ήταν μόνη της τα βράδια για τον Αλρικ που σκοτώθηκε τη μέρα που η ίδια εκθρονίστηκε. Ωστόσο, τι ήταν μερικοί μήνες δακρύων μπροστά στον ίδιο το θάνατο; Οι ιστορίες ήταν γεμάτες από Προμάχους που πέθαιναν για να εκδικηθούν τις Άες Σεντάι τους, κάτι πολύ συχνό. Ένας άντρας που ήθελε να πεθάνει, που έψαχνε να βρει τρόπους θανάτου, ρίσκαρε σε βαθμό που ούτε ένας Πρόμαχος δεν θα επιβίωνε. Και το πιο τρομερό ήταν ότι το ήξεραν. Ήξεραν τι μοίρα τούς περίμενε από τη στιγμή που θα πέθαινε η Άες Σεντάι, ήξεραν τι ήταν αυτό που τους παρακινούσε να το κάνουν, ήξεραν πως, ό,τι κι αν έκαναν, δεν θα άλλαζε τίποτα. Ούτε που μπορούσε να φανταστεί πόσο θάρρος απαιτείτο για να αποδεχτεί κανείς μια τέτοια συμφωνία, και μάλιστα όταν γνώριζε τι τον περιμένει.
Έκανε στην άκρη, έτσι ώστε να μπορεί να βλέπει καθαρά τον Λαν, ο οποίος εξακολουθούσε να παραμένει ακίνητος. Φαινόταν να μην αναπνέει καν. Έχοντας, προφανώς, ξεχάσει το τσάι, η Νίκολα κάθισε οκλαδόν στο έδαφος κι αφέθηκε να τον κοιτάει. Η Αράινα κάθισε κι αυτή ανακούρκουδα, πλάι στη Νίκολα, με την πλεξούδα των μαλλιών της τραβηγμένη πάνω από τους ώμους της, κοιτώντας άπληστα το θέαμα. Φαίνεται πως είχε απορροφηθεί πολύ περισσότερο από τη Νίκολα από αυτό που έβλεπε, μια κι η τελευταία έριχνε πού και πού φευγαλέες ματιές προς το μέρος της Εγκουέν και των άλλων. Οι υπόλοιποι Πρόμαχοι μαζεύτηκαν κοντά-κοντά, προσποιούμενοι ότι κοίταζαν κι αυτοί, αν και στην πραγματικότητα επιτηρούσαν τις Άες Σεντάι τους.