Выбрать главу

Μια αρκετά ζεστή αύρα φύσηξε, ανακατεύοντας τα νεκρά φύλλα που κάλυπταν σαν χαλί το έδαφος, κι άξαφνα ο Λαν κινήθηκε, αλλάζοντας συνεχώς στάσεις, με τη λάμα να περιστρέφεται πάνω από το κεφάλι του τόσο γρήγορα που το μάτι δεν μπορούσε να την παρακολουθήσει. Κινείτο όλο και γρηγορότερα, σαν να πηδούσε με ασύλληπτη ταχύτητα από τη μια πόζα στην άλλη με ακρίβεια ρολογιού. Η Εγκουέν περίμενε να σταματήσει, ή τουλάχιστον να επιβραδύνει, πράγμα που δεν έγινε. Διαρκώς και πιο γρήγορα. Η Αράινα κοιτούσε με στόμα ορθάνοικτο από έκπληξη και με μάτια γουρλωμένα από δέος. Το ίδιο κι η Νίκολα. Έσκυψαν μπροστά, σαν παιδάκια που παρακολουθούν ένα γλυκό που μόλις έχει βγει από το φούρνο και κρυώνει πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Ακόμα κι η προσοχή των υπόλοιπων Πρόμαχων είχε διασπαστεί ανάμεσα στις Άες Σεντάι τους και τον Λαν, αλλά, αντίθετα από τις δύο γυναίκες, παρακολουθούσαν όπως το λιοντάρι που είναι έτοιμο να χιμήξει ανά πάσα στιγμή.

«Βλέπω πως τον εκπαίδευσες σκληρά», είπε η Εγκουέν. Ήταν μέρος της μεθόδου διάσωσης ενός Προμάχου. Ελάχιστες αδελφές προθυμοποιούνταν να προσπαθήσουν, δεδομένου του ποσοστού αποτυχίας και του πόσο θα τους στοίχιζε. Το να τον προστατεύουν όμως από διάφορους κινδύνους ήταν διαφορετικό ζήτημα, όπως επίσης κι η δημιουργία δεσμού μαζί του. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα. Αναμφίβολα, η Μυρέλ είχε φροντίσει αυτή τη μικρή λεπτομέρεια. Καημένη Νυνάβε. Σίγουρα θα τη στραγγάλιζε τη Μυρέλ αν το μάθαινε. Από την άλλη όμως, μπορεί και να ενθάρρυνε οτιδήποτε θα διατηρούσε τον Λαν ζωντανό. Ίσως. Όσον αφορά στον Λαν, πήρε αυτό που άξιζε, μια και δεσμεύτηκε με άλλη γυναίκα ενώ ήξερε πως ήθελε να τον δεσμεύσει η Νυνάβε.

Νόμισε πως ο τόνος της φωνής της ήταν αδιάφορος, αλλά κάτι από τα αισθήματά της πρέπει να βγήκε στην επιφάνεια γιατί η Μυρέλ άρχισε να εξηγεί ξανά.

«Μητέρα, δεν είναι και τόσο κακό να μεταβιβάζεις έναν δεσμό. Για την ακρίβεια, είναι σαν να αποφασίζει μια γυναίκα ποια θα πάρει τον άντρα της αν αυτή πεθάνει, να θέλει να βεβαιωθεί πως τον αφήνει σε καλά χέρια».

Τέτοια ένταση είχε η ματιά της Εγκουέν ώστε η άλλη έκανε πίσω και κόντεψε να μπουρδουκλωθεί στη φούστα της. Ωστόσο, η αντίδρασή της ήταν καθαρά απόρροια σοκ. Κάθε φορά που νόμιζε ότι άκουγε το πιο περίεργο έθιμο, ξεπηδούσε κάτι άλλο, ακόμα πιο παράξενο.

«Δεν είμαστε όλες από το Έμπου Νταρ, Μυρέλ», είπε ξερά η Σιουάν, «κι ένας Πρόμαχος δεν παίζει το ρόλο συζύγου, για τις πιο πολλές από μας, τουλάχιστον». Η Μυρέλ ανασήκωσε το κεφάλι της προκλητικά. Όντως υπήρχαν κάποιες αδελφές -ελάχιστες- που είχαν παντρευτεί Προμάχους. Οι περισσότερες δεν ήταν καν παντρεμένες. Κανείς δεν το έψαχνε ανοικτά, αλλά οι φήμες έλεγαν πως η ίδια είχε παντρευτεί και τους τρεις που της ανήκαν, κάτι που σίγουρα παραβίαζε τα έθιμα και τους νόμους ακόμα και του Έμπου Νταρ. «Δεν είναι και τόσο κακό είπες, Μυρέλ;» Η άγρια ματιά της Σιουάν ανταγωνιζόταν τον τόνο της φωνής της. Ακουγόταν λες κι είχε μια αηδιαστική γεύση στο στόμα της.

«Δεν υπάρχει νόμος που να το απαγορεύει», διαμαρτυρήθηκε η Νισάο στην Εγκουέν, όχι στη Σιουάν. «Κανένας νόμος δεν απαγορεύει τη μεταβίβαση ενός δεσμού». Το αγριοκοίταγμα που έλαβε η Σιουάν ήταν ικανό να την κάνει να πισωπατήσει και να το βουλώσει, αλλά τίποτα από αυτά δεν συνέβη.

«Δεν είναι εκεί το θέμα όμως, έτσι;» ρώτησε απαιτητικά. «Ακόμα κι αν δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο εδώ και -πόσο, τετρακόσια χρόνια ή παραπάνω;- ακόμα κι αν όντως έχουν αλλάξει τα έθιμα, θα μπορούσες να τη γλιτώσεις με μερικά κατσαδιάσματα κι επικρίσεις αν το μόνο που είχατε κάνει εσύ κι η Μουαραίν ήταν να μεταβιβάσετε τον δεσμό ανάμεσά σας. Αυτός όμως δεν ρωτήθηκε, έτσι; Δεν είχε επιλογές. Ίσως και να τον δεσμεύσατε παρά τη θέλησή του. Και νομίζω πως αυτό ακριβώς κάνατε!»

Κι έτσι, το παζλ ολοκληρώθηκε για την Εγκουέν. Ήξερε πως θα έπρεπε να νιώθει εξίσου αηδιασμένη με τη Σιουάν. Αν μία Άες Σεντάι δέσμευε έναν άντρα παρά τη θέληση του ήταν σαν να τον βίαζε. Η δυνατότητα αντίστασης του ισοδυναμούσε με μιας χωριατοπούλας απέναντι σε έναν άντρα στο μπόι του Λαν που την έχει στριμώξει σε μια γωνιά. Ή, μάλλον, τριών άντρων σαν τον Λαν. Οι αδελφές, πάντως, δεν τα λεπτολογούσαν ανέκαθεν τα πράγματα -χίλια χρόνια πριν ούτε καν θα αναφερόταν ένα τέτοιο γεγονός- κι ακόμα και σήμερα ήταν συχνά αμφιλεγόμενο κατά πόσον ο άντρας γνώριζε ποια ήταν η συμφωνία. Η υποκρισία είχε αναδειχθεί σε τέχνη ανάμεσα στις Άες Σεντάι, όπως κι η δολοπλοκία ή η απόκρυψη μυστικών. Το θέμα ήταν ότι ήξερε πως ο Λαν δεν παραδέχτηκε τον ερωτά του για τη Νυνάβε. Ακούστηκαν κάποιες ανοησίες σχετικά με το ότι είχε δεσμευτεί να σκοτωθεί αργά ή γρήγορα κι ότι δεν ήθελε να την αφήσει χήρα. Οι άντρες πάντα μωρολογούνόταν πιστεύουν ότι μιλάνε λογικά και πρακτικά. Άραγε, η Νυνάβε θα τον άφηνε να φύγει αδέσμευτος αν είχε την ευκαιρία, ό,τι κι αν της έλεγε; Θα άφηνε, μήπως, τον Γκάγουιν; Ο ίδιος είχε πει πως δεν είχε πρόβλημα να δεχτεί, αλλά τι θα γινόταν αν άλλαζε γνώμη;