Выбрать главу

Η Νισάο κάτι πήγε να πει, αλλά δεν βρήκε τα κατάλληλα λόγια. Αγριοκοίταξε τη Σιουάν, λες κι ήταν δικό της σφάλμα, αλλά το βλέμμα αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στη σκοτεινή ματιά που έριξε προς το μέρος της Μυρέλ. «Δεν έπρεπε να σε ακούσω», γρύλισε. «Θα πρέπει να ήμουν τρελή

Με κάποιον τρόπο, η Μυρέλ κατάφερνε να διατηρεί ανέκφραστο το πρόσωπό της, αλλά ταλαντεύτηκε λιγάκι, λες και τα γόνατά της ήταν έτοιμα να λυγίσουν. «Δεν το έκανα για μένα, Μητέρα. Πρέπει να με πιστέψεις. Το έκανα για να τον σώσω. Από τη στιγμή που θα είναι ασφαλής, θα τον μεταβιβάσω στη Νυνάβε, όπως ήθελε η Μουαραίν, μόλις...»

Η Εγκουέν ύψωσε το χέρι της κι η Μυρέλ έπαψε να μιλάει, σαν να δέχτηκε ισχυρό χαστούκι. «Εννοείς ότι θα μεταβιβάσεις τον δεσμό του στη Νυνάβε;»

Η Μυρέλ ένευσε αβέβαια κι η Νισάο πολύ πιο ζωηρά. Συνοφρυωμένη, η Σιουάν μουρμούρισε κάτι σχετικά με το πώς μπορείς να ντουμπλάρεις ένα λάθος, κάνοντάς το τρεις φορές χειρότερο. Ο Λαν δεν είχε επιβραδύνει διόλου τις κινήσεις του. Δύο ακρίδες πετάρισαν από τις φυλλωσιές, πίσω του, κι αυτός γύρισε απότομα και τις χτύπησε με το ξίφος του χωρίς να πάψει να κινείται ούτε δευτερόλεπτο.

«Είναι επιτυχημένες οι προσπάθειές σου; Τα πάει καλύτερα; Πόσο καιρό ακριβώς τον έχεις;»

«Δύο βδομάδες μονάχα», απάντησε η Μυρέλ. «Σήμερα είναι η εικοστή μέρα. Θα πάρει μήνες, Μητέρα, και δεν μπορώ να εγγυηθώ καμιά επιτυχία».

«Ίσως ήρθε η ώρα να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό», είπε η Εγκουέν, προσπαθώντας πιότερο να πείσει τον εαυτό της παρά τους άλλους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Λαν δύσκολα θα αποτελούσε το ιδανικό δώρο, αλλά, άσχετα αν υπήρχε δεσμός ή όχι, ανήκε στη Νυνάβε πολύ περισσότερο απ' όσο θα μπορούσε να ανήκει στη Μυρέλ.

Ωστόσο, όταν διέσχισε το βαθούλωμα, κατευθυνόμενη προς το μέρος του, την έζωσαν οι αμφιβολίες. Ο άντρας στριφογύρισε για να την αντικρίσει, κάνοντας μια χορευτική φιγούρα και με το ξίφος να τινάζεται προς το μέρος της. Κάποια γυναίκα άφησε μια άναρθρη κραυγή καθώς η λάμα σταμάτησε απότομα μερικές ίντσες από το κεφάλι της Εγκουέν. Μάλλον αισθάνθηκε ανακουφισμένη που δεν ήταν στη θέση της.

Λαμπερά, γαλάζια μάτια την κοιτούσαν εξεταστικά κι έντονα κάτω από τα χαμηλωμένα φρύδια, σε ένα πρόσωπο επίπεδο και γωνιώδες που θα μπορούσε να είναι σκαλισμένο σε πέτρα. Ο Λαν χαμήλωσε το σπαθί του με αργές κινήσεις. Ήταν κάθιδρος, κι ωστόσο ανέπνεε με σχετική ευκολία. «Ώστε, εσύ είσαι τώρα η Άμερλιν. Η Μυρέλ μου ανέφερε πως ανακήρυξαν κάποια, αλλά δεν μου είπε ποια. Φαίνεται πως έχουμε πολλά κοινά εμείς οι δύο». Το χαμόγελο του ήταν παγερό όπως η φωνή τους, όπως το βλέμμα του.

Η Εγκουέν έπαψε να τακτοποιεί το επιτραχήλιό της, θυμίζοντας στον εαυτό της πως ήταν μια Άμερλιν, μια Άες Σεντάι. Ήθελε να αγκαλιάσει το σαϊντάρ. Μέχρι αυτή τη στιγμή, δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο επικίνδυνος ήταν αυτός ο άνθρωπος. «Η Νυνάβε είναι κι αυτή μια Άες Σεντάι τώρα, Λαν, και χρειάζεται έναν καλό Πρόμαχο». Μια από τις άλλες γυναίκες έκανε έναν θόρυβο, αλλά η Εγκουέν εξακολούθησε να τον κοιτάει σταθερά.

«Ελπίζω να βρει κανέναν θρυλικό ήρωα». Ο Λαν γέλασε με έναν τρόπο σαν να γαύγιζε. «Θα τον χρειαστεί για να τα βγάλει πέρα με το χαρακτήρα της».

Το γέλιο την έπεισε, παρ' όλο που ήταν παγερό και τραχύ. «Η Νυνάβε βρίσκεται στο Έμπου Νταρ, Λαν. Ξέρεις πόσο επικίνδυνη πόλη είναι. Ψάχνει για κάτι το οποίο χρειαζόμαστε όλοι μας απεγνωσμένα. Αν το Μαύρο Άτζα μάθει κάτι, θα τη σκοτώσουν για να το πάρουν. Αν δε το ανακαλύψουν οι Αποδιωγμένοι...»

Είχε την εντύπωση πως η έκφρασή του ήταν άχαρη, αλλά ο πόνος που του προκάλεσε η σκέψη του επικείμενου κινδύνου της Νυνάβε έκανε τα μάτια του να στενέψουν, επιβεβαιώνοντας το σχέδιό της. Η Νυνάβε ήταν αυτή που είχε δικαίωμα επάνω του, όχι η Μυρέλ. «Σε στέλνω σ' αυτήν, να γίνεις ο Πρόμαχός της».

«Μητέρα», ακούστηκε να λέει απεγνωσμένα η Μυρέλ, πίσω της.

Η Εγκουέν τίναξε το χέρι της για να την κάνει να σωπάσει. «Η ασφάλεια της Νυνάβε βρίσκεται στα χέρια σου, Λαν».

Ο άντρας δεν έδειξε να διστάζει, ούτε καν στράφηκε να κοιτάξει τη Μυρέλ. «Θα μας πάρει τουλάχιστον ένα μήνα να φθάσουμε στο Έμπου Νταρ. Αράινα, σέλωσε τον Μαντάρμπ!» Ο Λαν ήταν έτοιμος να απομακρυνθεί, αλλά σταμάτησε κι ανασήκωσε το ελεύθερο χέρι του, λες κι ήθελε να αγγίξει το επιτραχήλιό της. «Ζητάω συγγνώμη που σε βοήθησα να αφήσεις τους Δύο Ποταμούς. Εσένα και τη Νυνάβε». Κατόπιν, απομακρύνθηκε με δρασκελιές και χάθηκε στο εσωτερικό της σκηνής απ' όπου είχε βγει προηγουμένως. Δεν είχε προλάβει, όμως, να κάνει δύο βήματα κι η Μυρέλ με τη Νισάο και τη Σιουάν μαζεύτηκαν γύρω από την Εγκουέν.