Ξαφνικά, ο κόσμος έγινε λευκός και της φάνηκε πως η ίδια αιωρείτο. Μόλις μπόρεσε να ξαναδεί, συνειδητοποίησε πως ήταν πεσμένη στο έδαφος, καμιά δεκαριά βήματα από το σημείο που στεκόταν. Κάθε μυς του κορμιού της πονούσε, πάλευε να πάρει ανάσα κι ήταν ολόκληρη καλυμμένη με χώματα. Τα μαλλιά της ήταν ακατάστατα, λες κι ήθελαν να φύγουν από το κεφάλι της. Υπήρχαν κι άλλες Σοφές πεσμένες γύρω από μια ακανόνιστη τρύπα στο έδαφος με διάμετρο μια πιθαμή. Λεπτές τουλίπες καπνού αναδεύονταν από τις φορεσιές μερικών. Δεν είχαν πέσει όλοι -η μάχη της φωτιάς και των αστραπών συνεχιζόταν στον ουρανό- αλλά, πάντως, αρκετοί. Έπρεπε να τους ανασυντάξει και να τους ρίξει ξανά στον χορό.
Πασχίζοντας να ανασάνει, ανασηκώθηκε στα πόδια της χωρίς να μπει στον κόπο να τινάξει τις βρωμιές από πάνω της. «Ωθήστε με τα δόρατα!» φώναξε. Αρπάζοντας τους γωνιώδεις ώμους της Έσταλαϊν προσπάθησε να τη σηκώσει όρθια αλλά, αντικρίζοντας το κενό βλέμμα των γαλάζιων ματιών της, συνειδητοποίησε πως ήταν ήδη νεκρή και την άφησε. Τράβηξε τη ζαλισμένη Ντοράιλα, προσπαθώντας να τη στήσει όρθια, κι έπειτα έπιασε μια λόγχη από έναν πεσμένο Κεραυνοπόρο και τη σήκωσε ψηλά. «Ορμήστε με τα δόρατα!» Κάποιες από τις Σοφές πήραν τη διαταγή της κατά γράμμα κι εφόρμησαν στον σωρό των αλγκάι'ντ'σισβάι. Κάποιες άλλες, καλύφθηκαν με πιο αποτελεσματικό τρόπο, βοηθώντας τις υπόλοιπες να σηκωθούν, ενώ η καταιγίδα της φωτιάς και των αστραπών συνεχιζόταν αμείωτη, καθώς η Σεβάνα εφορμούσε πάνω κάτω στις σειρές των Σοφών, σείοντας τη λόγχη κι ουρλιάζοντας. «Ωθήστε με τα δόρατα! Ορμήστε μπροστά!»
Αισθάνθηκε μια ακατανίκητη τάση να γελάσει, και γέλασε. Η βρωμιά που κάλυπτε το κορμί της κι η κλαγγή της μάχης γύρω της την έκαναν να νιώθει αναζωογονημένη όσο ποτέ άλλοτε. Έφτασε στο σημείο να ευχόταν να είχε γίνει κι η ίδια Κόρη της Λόγχης. Σχεδόν, δηλαδή. Καμιά Φαρ Ντάραϊς Μάι δεν θα γινόταν αρχηγός φυλής, όπως και κανείς άντρας δεν υπήρχε περίπτωση να ανήκει στις Σοφές. Ο δρόμος μιας Κόρης προς την εξουσία απαιτούσε να παραδώσει τη λόγχη και να γίνει Σοφή. Σαν γυναίκα αρχηγού φυλής χειριζόταν τη δύναμη σε ηλικία που μια Κόρη δεν ήταν άξια εμπιστοσύνης ούτε για να κουβαλήσει μια λόγχη και που η μαθητευόμενη μιας Σοφής ήταν ανίκανη να φέρει έναν κουβά νερό. Τώρα, τα είχε αποκτήσει όλα. Ήταν εξίσου Σοφή κι αρχηγός φυλής, αν και θα έπρεπε να αποδείξει μερικά πράγματα ακόμα για να αποκτήσει πραγματικά αυτόν τον τελευταίο τίτλο. Ωστόσο, ελάχιστη σημασία είχαν οι τίτλοι από τη στιγμή που είχε την ικανότητα να χαλιναγωγεί τη δύναμη, αλλά γιατί να μην τα έχει όλα;
Μια απότομη κραυγή την ανάγκασε να στραφεί να κοιτάξει. Έμεινε με το στόμα ανοικτό καθώς αντίκρισε έναν δασύτριχο, γκρίζο λύκο να ξεσκίζει το λαιμό της Ντόσερα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, βύθισε στα πλευρά του τη λόγχη της. Ο λύκος στράφηκε να αρπάξει στα δόντια του τη λαβή του ακοντίου της αλλά, εκείνη τη στιγμή, ένας άλλος λύκος που της έφτανε μέχρι τη μέση πήδησε πλάι της κι έπεσε στην πλάτη ενός αλγκάι'ντ'σισβάι, κι έπειτα κι άλλος ένας. Σε λίγο, όπου κι αν κοίταζε, έβλεπε λύκους να ξεσκίζουν τις ντυμένες με καντιν'σόρ φιγούρες.
Ένας προληπτικός φόβος τη διαπέρασε καθώς ελευθέρωνε τη λόγχη της. Οι Άες Σεντάι είχαν καλέσει τους λύκους να πολεμήσουν στο πλευρό τους. Δεν μπορούσε να απομακρύνει το βλέμμα της από τον σκοτωμένο λύκο. Οι Άες Σεντάι είχαν... Όχι. Όχι, δεν θα άλλαζε τίποτα! Δεν θα το επέτρεπε η ίδια.
Τελικά, κατάφερε να αποτραβήξει το βλέμμα της αλλά, προτού προλάβει να φωνάξει ενθαρρυντικά λόγια στις Σοφές, κάτι άλλο έπνιξε την κραυγή πριν βγει από τα χείλη της, κάνοντάς τη να κοιτάει σαν χαζή. Ένας όμιλος από καβαλάρηδες των υδατοχωρών με κόκκινες περικεφαλαίες και θώρακες είχε ξεπεταχτεί γύρω από τους αλγκάι'ντ'σισβάι, κραδαίνοντας ξίφη και τρυπώντας τους με μακρόστενες λόγχες. Από πού είχαν ξεφυτρώσει αυτοί;
Μόνο όταν της απάντησε η Ριάλ συνειδητοποίησε πως μιλούσε φωναχτά. «Προσπάθησα να σου εξηγήσω, Σεβάνα, αλλά δεν άκουγες». Η γυναίκα με τα φλογάτα μαλλιά κοιτούσε με απέχθεια το ματωμένο δόρυ. Οι Σοφές υποτίθεται πως δεν έφεραν ακόντια. Η Σεβάνα ακούμπησε επιδεικτικά το όπλο στην καμπύλη του αγκώνα της, όπως είχε προσέξει να κάνουν οι αρχηγοί, κι η Ριάλ συνέχισε. «Οι κάτοικοι των υδατοχωρών επιτέθηκαν από τα νότια, μαζί με τους σισβαϊ'αμάν». Χρωμάτισε τη λέξη με την ανάλογη δόση περιφρόνησης, κατάλληλη για όσους αυτοαποκαλούνται Λόγχες του Δράκοντα. «Υπάρχουν και Κόρες, επίσης, καθώς και... και Σοφές».