Выбрать главу

Με τόσα μάτια στραμμένα προς το μέρος της, όχι και τόσο φιλικά είναι η αλήθεια, η Νίκολα έκανε ένα βήμα πίσω, ακούμπησε στον κορμό της βαλανιδιάς και προσπάθησε να υποχωρήσει ακόμα περισσότερο. Αν κηλίδωνε το λευκό της φόρεμα θα την έβαζαν σε καυτό νερό όταν θα επέστρεφε στον καταυλισμό. Η Αράινα εξακολουθούσε να είναι απορροφημένη με το άλογο του Λαν, ανίδεη ως προς το τι έμελλε να πάθει.

«Θα είναι δίκαιο», συμφώνησε η Εγκουέν, «όχι όμως προτού αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη και σε σας τις δύο».

Κανείς δεν κοιτούσε πια τη Νίκολα. Τα μάτια της Μυρέλ νόμιζες ότι θα καλύψουν όλο της το πρόσωπο, ενώ της Νισάο είχαν ανοίξει διάπλατα. Καμιά τους δεν αποτολμούσε να βγάλει άχνα. Η βλοσυρή ικανοποίηση που ένιωθε η Σιουάν ήταν κάτι παραπάνω από έκδηλη. Κατά τη γνώμη της, δεν άξιζαν κανέναν οίκτο, όχι ότι η Εγκουέν ήταν πρόθυμη να δείξει κάτι τέτοιο.

«Θα συνεχίσουμε τη συζήτηση όταν επιστρέψω», τους είπε καθώς ο Λαν επανεμφανίστηκε, με το ξίφος του περασμένο πάνω από έναν πράσινο, ξεκούμπωτο πανωφόρι που αποκάλυπτε ένα πουκάμισο με λυμένα κορδόνια. Τα ογκώδη δισάκια του ήταν περασμένα πάνω από τον ώμο του. Ο χαρακτηριστικός μανδύας με τα εναλλασσόμενα χρώματα που φορούσαν οι Πρόμαχοι έπεφτε στην πλάτη του, αποσπώντας το βλέμμα καθώς κυμάτιζε πίσω του.

Αφήνοντας τις εμβρόντητες αδελφές να βράσουν στο ζουμί τους, η Εγκουέν κίνησε προς το μέρος του. Η Σιουάν θα τις περιποιόταν κατάλληλα σε περίπτωση που έδειχναν σημάδια ανυπακοής. «Μπορώ να σε πάω στο Έμπου Νταρ σε λιγότερο από ένα μήνα», του είπε, κι αυτός ένευσε ανυπόμονα κι έκανε νόημα στην Αράινα να του φέρει τον Μαντάρμπ. Η ένταση που τον διακατείχε ήταν τρομακτική, μια χιονοστιβάδα έτοιμη να πέσει, κρατημένη λες από μια κλωστή.

Γνέθοντας μια πύλη οκτώ επί οκτώ πόδια στο σημείο που ο Λαν εξασκείτο στο σπαθί, η Εγκουέν βγήκε σε κάτι που έμοιαζε με πλεούμενο και βρέθηκε να αιωρείται στο σκοτάδι που εκτεινόταν στο άπειρο. Για να γλιστρήσει σε αυτόν τον σκοτεινό ωκεανό απαιτείτο κάτι σταθερό και, μολονότι θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε μπορούσες να φανταστείς, η κάθε αδελφή δημιουργούσε κάτι της προσωπικής της προτίμησης. Η ίδια διάλεξε να φτιάξει μια ξύλινη μαούνα με ανθεκτικά κιγκλιδώματα. Αν έπεφτε, θα έφτιαχνε άλλη μια μαούνα ακριβώς από κάτω, αν και δεν είχε ιδέα πού θα την έβγαζε. Για κάποιον, όμως, που δεν είχε τη δυνατότητα της διαβίβασης η πτώση αυτή θα ήταν ατελείωτη, όσο και το σκοτάδι που απλωνόταν προς κάθε κατεύθυνση. Μόνο στη μια άκρη της μαούνας υπήρχε κάποιο φως μια κι η πύλη έμοιαζε να στενεύει και να γίνεται κοίλη. Το φως αυτό δεν διαπερνούσε διόλου το σκοτάδι, αλλά ήταν κάτι. Αν μη τι άλλο, μπορούσε να βλέπει αρκετά καθαρά, σαν να ήταν στον Τελ'αράν'ριοντ. Αναρωτήθηκε, όχι για πρώτη φορά, κατά πόσον αυτό που βίωνε ήταν στην πραγματικότητα μέρος του Κόσμου των Ονείρων.

Ο Λαν ακολούθησε μαζί με το άλογο του χωρίς να χρειαστεί να του το υποδείξει κανείς. Καθώς πέρασε, κοίταξε εξεταστικά την πύλη και το σκοτάδι κάτω από τις μπότες του, ενώ οι οπλές του αλόγου βρόντηξαν πάνω στο σανιδένιο κατάστρωμα. Η μόνη ερώτηση που έκανε ήταν, «Πόσο γρήγορα θα φτάσουμε μ' αυτό εδώ στο Έμπου Νταρ;»

«Δεν θα μας πάει ακριβώς στην πόλη», αποκρίθηκε η Εγκουέν, χρησιμοποιώντας τη δυνατότητα της διαβίβασης για να κλείσει την πύλη και την είσοδο. Τίποτα που να μπορεί να δει κάποιος δεν κινείτο, δεν ένιωθες ούτε άνεμο, ούτε αύρα, ούτε καμιά άλλη αίσθηση, κι ωστόσο κινούνταν και μάλιστα γοργά. Γρηγορότερα απ' ό,τι μπορούσε να φανταστεί. Θα πρέπει να είχαν να διανύσουν εξακόσια μίλια, ίσως και παραπάνω. «Μπορώ να σε αφήσω πέντε ή έξι μέρες βόρεια του Έμπου Νταρ». Είχε παρατηρήσει την πύλη να γνέθεται όταν η Νυνάβε κι η Ηλαίην Ταξίδεψαν νότια και θυμόταν αρκετά καλά πώς να Γλιστρήσει σ' εκείνο το μέρος.

Ο Λαν ένευσε καταφατικά, ατενίζοντας μπροστά λες κι έβλεπε τον προορισμό τους. Της θύμιζε βέλος σε τεντωμένη χορδή τόξου.

«Λαν, η Νυνάβε μένει στο Παλάτι Τάρασιν, φιλοξενούμενη της Βασίλισσας Τάυλιν. Ίσως αρνηθεί ότι διατρέχει κίνδυνο». Και μάλλον θα αρνείτο και μάλιστα σφόδρα, απ' όσο τουλάχιστον τη θυμόταν η Εγκουέν. «Προσπάθησε να μην το κάνεις θέμα -ξέρεις πόσο πεισματάρα είναι, αλλά καλύτερα μη δώσεις σημασία. Αν παραστεί ανάγκη, κοίτα να την προστατέψεις χωρίς να το μάθει». Ο άντρας δεν είπε τίποτα, ούτε καν γύρισε να την κοιτάξει. Στη θέση του, θα είχε δεκάδες ερωτήσεις. «Λαν, όταν τη βρεις, πρέπει να της πεις ότι η Μυρέλ θα της μεταβιβάσει τη δέσμευσή σου μόλις βρεθείτε κι οι τρεις μαζί». Είχε σκεφτεί να την πληροφορήσει η ίδια, αλλά καλύτερα να μη μάθαινε η Νυνάβε σχετικά με τον ερχομό του. Ήταν ξετρελαμένη μαζί του όσο... όσο... Όσο είμαι κι εγώ με τον Γκάγουιν, αναλογίστηκε θλιμμένα. Αν η Νυνάβε ήξερε ότι ερχόταν ο Λαν, το μυαλό της θα ήταν μονίμως εκεί. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα φόρτωνε την έρευνα στην Ηλαίην. Όχι βέβαια ότι θα απομονωνόταν και θα ονειροπολούσε, αλλά σίγουρα θα ερευνούσε με θολωμένο νου. «Με ακούς, Λαν;»