«Στο Παλάτι Τάρασιν», απάντησε αυτός με επίπεδη φωνή και με βλέμμα ακινητοποιημένο. «Φιλοξενούμενη της Βασίλισσας Τάυλιν. Μπορεί να αρνηθεί επίμονα ότι διατρέχει κίνδυνο, λες και δεν το ήξερα ήδη». Την κοίταξε, κι η Εγκουέν ευχήθηκε να μην το είχε κάνει. Ήταν γεμάτος με το σαϊντάρ, γεμάτος ζεστασιά, χαρά και δύναμη, ο ορισμός της ίδιας της ζωής, αλλά σε αυτά τα ψυχρά, γαλάζια μάτια υπήρχε μια ερημιά, ανάβλυζε κάτι αρχέγονο, η απάρνηση της ζωής. Η ματιά του, απλώς, ήταν τρομερή. «Θα της αναφέρω ό,τι χρειάζεται να μάθει. Σε άκουσα, όπως διαπίστωσες».
Ζόρισε τον εαυτό της να τον κοιτάξει κατάματα δίχως να δειλιάσει, αλλά αυτός στράφηκε ξανά αλλού. Υπήρχε ένα σημάδι στον λαιμό του, μια μελανιά. Ίσως να ήταν δαγκωματιά· ίσως. Μπορεί να έπρεπε να τον προειδοποιήσει, να του πει ότι δεν θα χρειαστεί να αναφέρει πολλές... λεπτομέρειες... στις εξηγήσεις του σχετικά με τον ίδιο και τη Μυρέλ. Η σκέψη και μόνο την έκανε να αναψοκοκκινίσει. Προσπάθησε να μη βλέπει τη μελανιά, αλλά, από τη στιγμή που την πρόσεξε, το βλέμμα της ήταν διαρκώς εκεί. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να ήταν και τόσο βλάκας. Δεν περιμένεις ιδιαίτερη λογική εκ μέρους των αντρών, αλλά δεν είναι και τόσο ελαφρόμυαλοι.
Συνέχισαν να πλέουν σιωπηλά, κινούμενοι χωρίς την παραμικρή αίσθηση κίνησης. Η Εγκουέν δεν φοβόταν ότι θα μπορούσε ξαφνικά να εμφανιστεί εδώ κάποιος Αποδιωγμένος, ή οποιοσδήποτε άλλος. Το Γλίστρημα είχε τις ιδιορρυθμίες του, κάποιες από τις οποίες ήταν απαραίτητες για ασφάλεια κι απομόνωση. Αν δύο αδελφές έγνεθαν πύλες στο ίδιο σημείο με διαφορά λίγων στιγμών, με σκοπό να Γλιστρήσουν στο ίδιο μέρος, δεν θα μπορούσαν να δουν η μία την άλλη, εκτός κι αν ήταν ακριβώς το ίδιο σημείο κι η ύφανση ήταν πανομοιότυπη. Τέτοια ακρίβεια, ωστόσο, δεν ήταν καθόλου εύκολο να επιτευχθεί.
Ύστερα από κάμποση ώρα -ήταν πολύ δύσκολο να πει με ακρίβεια, αλλά υπολόγιζε πως θα είχε περάσει περίπου μισή ώρα- η μαούνα σταμάτησε ξαφνικά. Δεν υπήρξε η παραμικρή αλλαγή στην αίσθηση ή στην ύφανση. Απλώς, το μόνο που κατάλαβε ήταν πως τη μια στιγμή διέσχιζαν με ταχύτητα το σκοτάδι και την επόμενη ήταν ακίνητοι. Ανοίγοντας μια πύλη στην πλώρη της μαούνας -δεν ήταν σίγουρη πού θα οδηγούσε, αν άνοιγε μία στην πρύμνη, κι η αλήθεια ήταν πως δεν σκόπευε να μάθει, άλλωστε η Μογκέντιεν έβρισκε τρομακτική την ιδέα— έκανε νόημα στον Λαν να προχωρήσει. Η μαούνα υπήρχε μόνο όσο ήταν κι αυτή παρούσα — άλλο ένα κοινό σημείο με τον Τελ'αράν'ριοντ.
Ο Λαν αποβιβάστηκε από το πλεούμενο, οδήγησε το άλογο του έξω από την πύλη κι, όταν η Εγκουέν ακολούθησε, αυτός βρισκόταν ήδη καβάλα. Η Εγκουέν άφησε την πύλη ανοικτή για την επιστροφή της. Χαμηλοί, κυματιστοί λόφοι απλώνονταν προς κάθε κατεύθυνση, καλυμμένοι με μαραμένο γρασίδι. Ούτε ένα δέντρο δεν ήταν ορατό, τίποτα εκτός από μπαλωματιές ξεραμένων χαμόδεντρων. Οι οπλές του επιβήτορα τίναζαν γύρω μικρούς πίδακες σκόνης. Ο πρωινός ήλιος στον ασυννέφιαστο ουρανό ήταν πολύ πιο ζεστός από το Μουράντυ. Με τα φτερά απλωμένα, διάφορα όρνια διέγραφαν κύκλους στο νότο, πάνω από κάτι, καθώς και σε ένα άλλο σημείο στα δυτικά.
«Λαν», άρχισε να λέει η Εγκουέν, θέλοντας να βεβαιωθεί πως κατάλαβε τι έπρεπε να πει στη Νυνάβε, αλλά αυτός την πρόλαβε.
«Πέντε ή έξι μέρες, είπες;», ρώτησε, ατενίζοντας κατά το νότο. «Μπορώ να συντομεύσω την απόσταση. Θα είναι ασφαλής, το υπόσχομαι». Ο Μαντάρμπ, ανυπόμονος όπως κι ο κύριος του, κάλπαζε με έναν τρόπο που νόμιζες ότι χόρευε, αλλά ο Λαν τον συγκράτησε. «Έκανες πολύ δρόμο από το Πεδίο του Έμοντ». Ο άντρας την κοίταξε και χαμογέλασε. Η όποια ζεστασιά στο χαμόγελό του εξαφανίστηκε μόλις πρόσεξε το βλέμμα του. «Εξουσιάζεις τη Μυρέλ και τη Νισάο τώρα. Μην τις αφήσεις να φιλονικήσουν ξανά με σένα. Κατ' εντολή σου, Μητέρα, η επαγρύπνηση δεν τελείωσε ακόμα». Κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση, ο Λαν σπιρούνισε τον Μαντάρμπ, τόσο όσο να απομακρυνθεί κάπως για να μην τη γεμίσει σκόνη, κι έπειτα το ζώο άρχισε να καλπάζει.
Έκλεισε το στόμα της, παρακολουθώντας τον να φεύγει προς το νότο. Σε όλη τη διάρκεια της εξάσκησής του με το σπαθί, ο Λαν παρατηρούσε τα πάντα, βγάζοντας σωστά συμπεράσματα, κι ωστόσο δεν κατάφερε να μαντέψει πως η ίδια ήταν μια Άμερλιν προτού τη δει με το επιτραχήλιο. Η Νυνάβε έπρεπε να προσέχει. Ανέκαθεν νόμιζε πως οι άντρες ήταν πιο αδύναμοι απ' ό,τι στην πραγματικότητα.