Выбрать главу

«Τουλάχιστον, δεν θα μπλεχτούν σε φασαρίες», είπε δυνατά, απευθυνόμενη στον εαυτό της. Ο Λαν πέρασε τον λόφο και χάθηκε από την άλλη μεριά. Αν όντως ελλόχευε κάποιος κίνδυνος στο Έμπου Νταρ, κάτι θα είχαν αναφέρει η Ηλαίην ή η Νυνάβε. Δεν συναντιόντουσαν συχνά -είχε τόσα να κάνει- αλλά θα έβρισκαν τρόπο να αφήσουν κάποιο μήνυμα στο Σαλιντάρ ή, εν ανάγκη, μέσω του Τελ'αράν'ριοντ.

Ένας άνεμος που θα μπορούσε κάλλιστα να βγαίνει από ανοικτό φούρνο σήκωσε ολόκληρα στρώματα σκόνης. Βήχοντας, κάλυψε το στόμα και τα ρουθούνια της με μια άκρη του ριγωτού επιτραχηλίου και βιάστηκε να περάσει την πύλη και να μπει στο πλεούμενο. Το ταξίδι της επιστροφής ήταν μέσα στη σιωπή και τη βαρεμάρα, αφήνοντάς την παρέα με τις ανησυχητικές σκέψεις κατά πόσον είχε κάνει το σωστό που είχε στείλει τον Λαν και κατά πόσον είχε δικαίωμα να κρατάει τη Νυνάβε στο σκοτάδι. Ό,τι έγινε, έγινε, επαναλάμβανε στον εαυτό της, αλλά δεν βοηθούσε και πολύ.

Όταν βγήκε ξανά στη εσοχή της κορυφής του λόφου, κάτω από τις βαλανιδιές, ο τρίτος Πρόμαχος της Μυρέλ, ο Άβαρ Χάσαμι, είχε ενωθεί με την παρέα των υπόλοιπων. Ήταν ένας άντρας με γερακίσια μύτη και πυκνό, γκριζωπό μουστάκι που οι τσιγκελωτές του άκρες έμοιαζαν με κέρατα στραμμένα προς τα κάτω. Κι οι τέσσερις Γκαϊντίν ήταν απασχολημένοι. Οι σκηνές είχαν μαζευτεί και διπλωθεί προσεγμένα. Η Νίκολα κι η Αράινα πηγαινοερχόντουσαν, κουβαλώντας όλα τα συμπράγκαλα του καταυλισμού στις καρότσες, από κουβέρτες μέχρι μαγειρικά σκεύη και μαύρες, σιδερένιες χύτρες. Τρόχαζαν χωρίς σταματημό, αν κι η προσοχή τους ήταν στραμμένη κατά μεγάλο μέρος στη Σιουάν και στις άλλες δύο αδελφές, κοντά στη σειρά των δέντρων. Οι Πρόμαχοι, πάντως, πρόσεχαν υπέρ το δέον τις τρεις Άες Σεντάι. Ίσως να είχαν τσιτώσει και τα αυτιά τους ακόμα. Ήταν άξιο απορίας ποιος θα ξεσπούσε πάνω σε ποιον.

«...μη μου μιλάς κατ' αυτόν τον τρόπο, Σιουάν», έλεγε η Μυρέλ, κι η φωνή της όχι μονάχα ακουγόταν σε όλο το ξέφωτο αλλά είχε και μια δηκτική ψυχρότητα. Με τα χέρια διπλωμένα σφικτά κάτω από τα στήθη της, είχε ορθώσει το παρουσιαστικό της, αγέρωχη σε βαθμό εξοργιστικό. «Ακούς; Μη μου μιλάς έτσι!»

«Έχασες κάθε ίχνος ευπρέπειας, Σιουάν;» Τα χέρια της Νισάο είχαν γαντζωθεί στη φούστα της, σε μια ανέλπιδη προσπάθεια να μην αρχίσει να τρέμει, ενώ η ζέση της φωνής της συναγωνιζόταν άνετα την παγωμάρα της Μυρέλ. «Αν ξέχασες εντελώς τους τρόπους σου, θα πρέπει να τους διδαχθείς ξανά!»

Κοιτώντας τες με τις γροθιές πάνω στους γοφούς της, η Σιουάν τίναξε απότομα το κεφάλι της, πασχίζοντας αφενός να διατηρήσει τη βλοσυρή της ματιά και αφετέρου να έχει το βλέμμα καρφωμένο στις άλλες δύο. «Εγώ... Εγώ δεν...» Μόλις πρόσεξε την Εγκουέν να πλησιάζει, η ανακούφιση άνθισε στο πρόσωπο της σαν λουλούδι την άνοιξη. «Μητέρα...» είπε, αγκομαχώντας σχεδόν. «...Τους εξηγούσα τις πιθανές ποινές». Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε πιο αποφασιστικά. «Η Αίθουσα θα πρέπει να τους επινοήσει στην πορεία, φυσικά, αλλά νομίζω πως θα μπορούσαν να αναγκάσουν τούτες τις δύο να μεταβιβάσουν τους Προμάχους τους σε άλλες, μια και φαίνεται να το επιθυμούν».

Η Μυρέλ σφράγισε τα μάτια της κι η Νισάο στράφηκε να κοιτάξει τους Προμάχους. Η έκφραση της έμεινε αναλλοίωτη, ήρεμη αν και κάπως αναψοκοκκινισμένη, αλλά ο Σάριν σηκώθηκε απότομα κι έκανε τρία γοργά βήματα προς το μέρος της προτού αυτή προλάβει να σηκώσει το χέρι της για να τον σταματήσει. Ένας Πρόμαχος είχε τη δυνατότητα να διαισθανθεί την παρουσία της Άες Σεντάι του, τον πόνο της, το φόβο και την οργή της, όπως ακριβώς κι η Εγκουέν διαισθανόταν τα αισθήματα της Μογκέντιεν όταν φορούσε το α’νταμ. Δεν ήταν να απορεί κανείς που όλοι οι Πρόμαχοι ανασηκώθηκαν σαν να ήταν έτοιμοι να ορμήσουν πάνω σε κάτι. Μπορεί να μη γνώριζαν τι ήταν αυτό που είχε φέρει τις Άες Σεντάι στα όρια της απόγνωσης, αλλά ήξεραν καλά ότι οι δύο γυναίκες δεν απείχαν και πολύ από αυτά τα όρια.

Κι εκεί ακριβώς ήταν που τους ήθελε η Εγκουέν. Δεν της άρεσε αυτή η διαδικασία. Όλοι αυτοί οι ελιγμοί έμοιαζαν με παιχνίδι, αλλά... Θα κάνω αυτό που πρέπει, σκέφτηκε, αβέβαιη κατά πόσον αυτό ήταν μια προσπάθεια να σκληράνει τη στάση της ή μια δικαιολογία για όσα επρόκειτο να κάνει. «Σιουάν, στείλε σε παρακαλώ τη Νίκολα και την Αράινα πίσω, στον καταυλισμό». Όσα δεν έβλεπαν δεν θα μπορούσαν και να τα αναφέρουν. «Καλύτερα να μην τρέχει ροδάνι η γλώσσα τους, γι' αυτό φρόντισε να μάθουν τι θα τους συμβεί. Πες τους πως έχουν άλλη μια ευκαιρία επειδή η Άμερλιν είναι φιλεύσπλαχνη, αλλά είναι η τελευταία τους».