Выбрать главу

«Νομίζω πως μπορώ να τα καταφέρω», αποκρίθηκε η Σιουάν και, μαζεύοντας τη φούστα της, απομακρύνθηκε με αγέρωχο βήμα. Καμιά δεν είχε το βήμα της Σιουάν, η οποία έμοιαζε να επιθυμεί διακαώς να απομακρυνθεί από την παρουσία της Μυρέλ και της Νισάο.

«Μητέρα», είπε η Νισάο, διαλέγοντας προσεκτικά τα λόγια της, «προτού φύγεις ανέφερες κάτι σχετικά με... το ότι θα μπορούσε να βρεθεί κάποιος τρόπος... να αποφύγουμε...» Το βλέμμα της έπεσε ξανά πάνω στο Σάριν. Η Μυρέλ ήταν η προσωποποίηση της χαρακτηριστικής πραότητας των Άες Σεντάι καθώς κοιτούσε εξεταστικά την Εγκουέν, αν εξαιρέσουμε το ότι τα δάχτυλά της ήταν τόσο σφιχτά πλεγμένα μεταξύ τους που οι αρθρώσεις τέντωναν τα λεπτά, δερμάτινα γάντια της. Η Εγκουέν τους έκανε νόημα να περιμένουν.

Η Νίκολα κι η Αράινα απομακρύνθηκαν από την άμαξα, αλλά, μόλις είδαν τη Σιουάν να έρχεται, κοκάλωσαν στη θέση τους, πράγμα διόλου παράξενο μια κι η Σιουάν προχωρούσε λες και σκόπευε να περάσει πάνω από τις ίδιες και την άμαξα. Η Αράινα έστρεψε αλλού το κεφάλι της, ψάχνοντας προφανώς κάποια οδό διαφυγής, αλλά προτού ακόμα σκεφτεί να τρέξει, η Σιουάν τίναξε τα χέρια της προς το μέρος τους κι έπιασε την κάθε μια από το αυτί. Κάτι είπε, αλλά δεν ακούστηκε καλά, αν κι η Αράινα έπαψε τις προσπάθειες να ελευθερώσει το αυτί της. Τα χέρια της παρέμειναν πάνω στους καρπούς της Σιουάν, παρ' όλο που έμοιαζε σαν να τους χρησιμοποιεί για να στηρίζεται. Το πρόσωπο της Νίκολα απέπνεε τρόμο κι η Εγκουέν αναρωτήθηκε μήπως η Σιουάν το είχε παρατραβήξει. Ίσως κι όχι όμως, δεδομένων των συνθηκών. Μάλλον θα έπαιρναν άφεση για το έγκλημά τους. Κρίμα που δεν έβρισκε τρόπο να χαλιναγωγήσει ένα τέτοιο ταλέντο, ικανό να ξετρυπώνει όσα ήταν κρυμμένα. Φυσικά, θα έπρεπε να βρει κάποιον ασφαλή τρόπο χαλιναγώγησης.

Ό,τι κι αν ήταν αυτό που τους είπε η Σιουάν μόλις τις ελευθέρωσε, οι δυο τους στράφηκαν απότομα προς το μέρος της Εγκουέν κι άρχισαν να υποκλίνονται. Η Νίκολα υποκλίθηκε τόσο βαθιά ώστε το πρόσωπό της άγγιξε σχεδόν το χώμα, ενώ η Αράινα κόντεψε να πέσει. Η Σιουάν χτύπησε παλαμάκια κι οι δύο γυναίκες σηκώθηκαν όρθιες και βάλθηκαν να λύσουν ένα ζευγάρι δασύτριχα άλογα από τους πασσαλοφράχτες. Τα ασέλωτα ζώα κάλπασαν τόσο γοργά έξω από το βαθούλωμα που θα έλεγες πως είχαν φτερά.

«Δεν πρόκειται να τους ξεφύγει τίποτα, ούτε καν στον ύπνο τους», είπε ξινά η Σιουάν, πλησιάζοντας την Εγκουέν. «Αν μη τι άλλο, μπορώ ακόμα να βάζω στη θέση τους τις μαθητευόμενες και τους αχρείους». Το βλέμμα της παρέμεινε καρφωμένο στο πρόσωπο της Εγκουέν, αποφεύγοντας εξολοκλήρου τις άλλες δύο αδελφές.

Συγκρατώντας έναν αναστεναγμό, η Εγκουέν στράφηκε προς τη Μυρέλ και τη Νισάο. Κάτι έπρεπε να κάνει για τη Σιουάν, αλλά σιγά-σιγά. Η Πράσινη κι η Καφέ αδελφή την κοιτούσαν επιφυλακτικά. «Είναι πολύ απλό», είπε με σταθερή φωνή. «Δίχως τη δική μου προστασία, το πιθανότερο είναι πως θα χάσετε τους Προμάχους σας, και σίγουρα θα παρακαλείτε να σας γδάρουν ζωντανές μόλις η Αίθουσα τελειώσει μαζί σας. Τα Άτζα σας μπορεί να σας πουν κι αυτά δυο λογάκια. Μπορεί να περάσουν χρόνια μέχρι να βαδίσετε ξανά με ψηλά το κεφάλι, χρόνια ολόκληρα προτού πάψουν οι αδελφές να παρακολουθούν την κάθε σας κίνηση. Για ποιο λόγο όμως να σας προστατέψω από τη δικαιοσύνη; Πρέπει να δεσμευτώ, γιατί εσείς μπορεί να κάνετε τα ίδια και χειρότερα στο μέλλον». Οι Σοφές είχαν παίξει κι αυτές το ρόλο τους, αν και δεν επρόκειτο ακριβώς για τζι’ε'τοχ. «Αν πρόκειται να πάρω αυτή την ευθύνη, θα πρέπει να δεσμευτείτε κι εσείς αντίστοιχα. Θα πρέπει να σας εμπιστευτώ ολοκληρωτικά, και μόνο ένας τρόπος υπάρχει για κάτι τέτοιο». Οι Σοφές, καθώς κι η Φαολάιν και η Τέοντριν. «Θα πρέπει να μου ορκιστείτε πίστη».

Ήταν κι οι δύο συνοφρυωμένες, αναλογιζόμενες πού το πήγαινε, αλλά, ό,τι κι αν νόμιζαν, τελικά αλλού κατέληγε. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους ήταν θέμα προς μελέτη. Το σαγόνι της Νισάο είχε κρεμάσει κι η Μυρέλ έμοιαζε λες και την είχαν χτυπήσει με σφυρί ανάμεσα στα μάτια. Ακόμα κι η Σιουάν είχε μείνει με το στόμα ανοικτό, γεμάτη δυσπιστία.

«Αδ...Αδύνατον», πλατάγισε η Μυρέλ. «Καμιά αδελφή δεν...! Καμιά Άμερλιν δεν έχει απαιτήσει ποτέ...! Πως μπορείς να πιστεύεις ότι...!»

«Σκάσε, Μυρέλ», την έκοψε απότομα η Νισάο. «Εσύ φταις για όλα! Δεν έπρεπε να σε ακούσω εξαρχής...! Τέλος πάντων, ό,τι έγινε, έγινε κι ό,τι είναι να γίνει θα γίνει». Κοίταξε την Εγκουέν κάτω από τα χαμηλωμένα της βλέφαρα και μουρμούρισε. «Είσαι επικίνδυνη γυναίκα, Μητέρα. Πολύ επικίνδυνη γυναίκα. Μπορείς να καταλύσεις τον Πύργο όποτε θέλεις και σε χρόνο μηδέν. Αν ήμουν σίγουρη γι' αυτό, αν είχα το κουράγιο να κάνω το καθήκον μου και να αντιμετωπίσω τις συνέπειες...» Παρά τα λόγια της, γονυπέτησε απαλά, πιέζοντας τα χείλη της στο δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό που ήταν περασμένο στο δάχτυλο της Εγκουέν. «Κάτωθεν του Φωτός, κι έχοντας ελπίδα αναγέννησης και σωτηρίας...» Δεν χρησιμοποίησε τα ίδια ακριβώς λόγια όπως στην περίπτωση της Φαολάιν και της Τέοντριν, αλλά η προφορά είχε την ίδια δύναμη, κι ακόμα περισσότερη. Με βάση τους Τρεις Όρκους, καμιά Άες Σεντάι δεν μπορεί να ορκιστεί σε κάτι που δεν πιστεύει, με μοναδική εξαίρεση βέβαια το Μαύρο Άτζα. Ήταν σχεδόν βέβαιο πως είχαν βρει έναν τρόπο να ψεύδονται. Το αν κάποια από αυτές τις γυναίκες ήταν Μαύρη, δεν ήταν επί του παρόντος να εξεταστεί. Τα μάτια της Σιουάν είχαν γουρλώσει και το στόμα της ανοιγόκλεινε, κάνοντάς τη να μοιάζει με ψάρι που έχει εξοκείλει στη λασπερή όχθη.