Выбрать главу

Παρά τη συζήτηση περί θριάμβου, η Εγκουέν δεν ένιωθε και τόσο ενθουσιώδης. Μόλις που άκουγε τις ευχές και τις ευλογίες, ανταποδίδοντάς τες με μια κίνηση του χεριού της, αλλά έτσι αφηρημένη που ήταν, σίγουρα έχανε περισσότερα λόγια απ' όσα άκουγε. Δεν ανεχόταν το φόνο, αλλά η Νίκολα κι η Αράινα θα άντεχαν να τον παρακολουθήσουν. Θα πάψουν κάποτε να συσσωρεύονται οι δυσκολίες; αναρωτήθηκε. Δεν άξιζε πάντα μια νίκη όταν ξεπηδούσε ένας καινούργιος κίνδυνος να την ανταγωνιστεί.

Μόλις μπήκε στη σκηνή, η διάθεσή της πήρε την κατιούσα. Το κεφάλι της πήγαινε γα σπάσει κι έκανε τη σκέψη μήπως θα ήταν καλύτερα να μείνει μακριά από τη σκηνή.

Δύο προσεκτικά διπλωμένα φύλλα περγαμηνής ήταν ακουμπισμένα πάνω στο γραφείο της, το καθένα σφραγισμένο με κερί και με τη φράση «Σφραγισμένο στη Φλόγα». Για οποιονδήποτε άλλον εκτός της Άμερλιν, το σπάσιμο αυτής της σφραγίδας ισοδυναμούσε με κατά μέτωπον επίθεση στο πρόσωπο της ίδιας της Άμερλιν. Ευχήθηκε να μην ήταν ανάγκη να σπάσει τις σφραγίδες. Δεν αμφέβαλε διόλου ποιος είχε γράψει αυτές τις λέξεις - και, δυστυχώς, δεν έπεσε έξω.

Η Ρομάντα πρότεινε -«απαιτούσε» ήταν η καταλληλότερη λέξη- να εκδώσει η Άμερλιν ένα διάταγμα «Επικυρωμένο για την Αίθουσα», γνωστό μονάχα στις Καθήμενες. Οι αδελφές θα καλούνταν μία προς μία κι όποια αρνείτο να παρουσιαστεί θα συλλαμβανόταν και θα κρατείτο ως πιθανό μέλος του Μαύρου Άτζα. Ο λόγος για τον οποίον θα καλούνταν να παρουσιαστούν παρέμενε αόριστος, αλλά η Λελαίν είχε κάνει κάποια νύξη το πρωί. Η επιστολή της Λελαίν έφερε το χαρακτηριστικό, μητέρα προς παιδί, στυλ της γυναίκας για το ποια μέτρα έπρεπε να παρθούν για το καλό όλων και, φυσικά, της Εγκουέν. Το διάταγμα που ήθελε έπρεπε να είναι «Επικυρωμένο για το Δαχτυλίδι». Κάθε αδελφή έπρεπε να πληροφορηθεί τα γεγονότα, όπως κι ήταν το σωστό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η αναφορά στο Μαύρο Άτζα απαγορευόταν με τη δικαιολογία ότι θα υποδαύλιζε έριδες, σοβαρό παράπτωμα σύμφωνα με το νόμο του Πύργου, και θα επέσυρε την ανάλογη τιμωρία.

Η Εγκουέν κάθισε βαριά στην πτυσσόμενη καρέκλα με έναν βαθύ αναστεναγμό. Τα πόδια μετατοπίστηκαν και την απίθωσαν σχεδόν στο χαλί. Θα μπορούσε να καθυστερήσει και να παρακάμψει όλη αυτή τη διαδικασία, αλλά αυτό δεν θα τους πτοούσε και θα ξανάρχιζαν τις βλακείες. Αργά ή γρήγορα, κάποιος θα έπρεπε να υποδείξει στην Αίθουσα τη μετριοπαθή της προσφορά, βάζοντας έτσι τον λύκο στο μαντρί. Τυφλοί ήταν; Άκου λέει, ‘υποδαύλιζε έριδες’! Η Λελαίν θα μπορούσε κάλλιστα να πείσει κάθε αδελφή όχι μόνο πως όντως υπήρχε το Μαύρο Άτζα, αλλά κι ότι η Εγκουέν ήταν μέλος του. Η πανικόβλητη φυγή των Άες Σεντάι προς την Ταρ Βάλον και την Ελάιντα δεν ήταν μακριά. Η Ρομάντα σκόπευε να υποκινήσει ανταρσία. Έξι μέχρι τώρα ήταν κρυμμένες στις απόκρυφες ιστορίες. Μπορεί μισή ντουζίνα ανταρσίες τα τελευταία τουλάχιστον τρεις χιλιάδες χρόνια να μη θεωρούνται πολλές, αλλά η κάθε μια είχε ως αποτέλεσμα την παραίτηση της Άμερλιν όπως και του συνόλου της Αίθουσας. Η Λελαίν το γνώριζε καλά αυτό, όπως κι η Ρομάντα. Η Λελαίν ήταν Καθήμενη περίπου σαράντα χρόνια κι είχε πρόσβαση σε όλα τα κρυμμένα αρχεία. Η Ρομάντα, προτού παραιτηθεί κι αποσυρθεί στην επαρχία και στο ησυχαστήριό της, όπως κάνουν οι περισσότερες αδελφές με την πάροδο του χρόνου, κρατούσε την ηγετική θέση του Κίτρινου Άτζα για τόσο πολύ καιρό που μερικοί έλεγαν πως είχε τόση δύναμη όση κι η Άμερλιν κάτω από την οποία υπαγόταν. Ήταν σχεδόν ανήκουστο να εκλεγείς σε ηγετική θέση για δεύτερη φορά, αλλά η Ρομάντα δεν ανήκε στους ανθρώπους που θα άφηναν την εξουσία να φύγει μέσα από τα χέρια τους, αν φυσικά κατάφερνε να την κρατήσει.

Όχι, δεν ήταν τυφλοί, απλώς φοβισμένοι όπως κι ο καθένας συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας. Ακόμα κι οι Άες Σεντάι δεν έχουν καθαρό μυαλό όταν φοβούνται. Ξαναδίπλωσε τις σελίδες, έχοντας μια παρόρμηση να τις τσαλακώσει και να τις κάνει κομμάτια. Το κεφάλι της ήταν έτοιμο να εκραγεί.

«Μπορώ να περάσω, Μητέρα;» Η Χάλιμα Σαράνοβ κοντοστάθηκε στην είσοδο χωρίς να περιμένει απάντηση. Ο τρόπος που κινείτο η Χάλιμα τραβούσε επάνω της κάθε αρσενικό βλέμμα, από την ηλικία των δώδεκα χρονών μέχρι τα πρόθυρα του τάφου, ωστόσο, ακόμα κι αν κάλυπτε το κορμί της με έναν βαρύ, ολόσωμο, μανδύα, οι άντρες θα εξακολουθούσαν να την προσέχουν. Τα μακριά, μαύρα μαλλιά που λαμποκοπούσαν λες και κάθε μέρα τα έλουζε με φρέσκο νερό της βροχής, πλαισίωναν ένα ανάλογης λαμπρότητας πρόσωπο. «Η Ντελάνα Σεντάι σκέφτηκε πως θα ήθελες να το δεις αυτό. Το παρουσίασε το πρωί στην Αίθουσα».