Η Αίθουσα συσκέφθηκε χωρίς να την πληροφορήσουν; Έλειπε, βέβαια, αλλά το έθιμο -αν όχι ο ίδιος ο νόμος- έλεγε ότι η Άμερλιν πρέπει να πληροφορείται κάθε επικείμενη συνεδρίαση της Αίθουσας, εκτός κι αν ο σκοπός της σύσκεψης ήταν να την καθαιρέσουν. Εκείνη τη στιγμή, θα μπορούσε να το εκλάβει σαν ευλογία. Κοίταξε το διπλωμένο κομμάτι χαρτί που είχε αφήσει η Χάλιμα στο τραπέζι της όπως θα κοίταζε ένα δηλητηριώδες φίδι. Δεν ήταν σφραγισμένο, πράγμα που, όσον αφορά στην Ντελάνα, σήμαινε πως η καινούργια μαθητευόμενη θα μπορούσε να το διαβάσει. Μάλλον ήταν η δήλωση πως η Ελάιντα ήταν Σκοτεινόφιλη. Δεν ήταν τόσο κακό όσο στην περίπτωση της Ρομάντα ή της Λελαίν, αλλά δεν θα την παραξένευε αν άκουγε πως στην Αίθουσα είχαν ξεσπάσει ταραχές.
«Χάλιμα, μακάρι να είχες πάει σπίτι σου όταν πέθανε η Καμπριάνα». Τουλάχιστον, ας είχε λίγο μυαλό η Ντελάνα να σφραγίσει την πληροφορία της γυναίκας προς την Αίθουσα, ή ακόμα και προς τη Φλόγα, αντί να το πει σε κάθε αδελφή με την οποία είχε οικειότητα.
«Δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο, Μητέρα». Τα πράσινα μάτια της Χάλιμα έλαμπαν με κάτι που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως προκλητικότητα ή αψηφισιά, αλλά διέθετε μονάχα δύο τρόπους να κοιτάει τους ανθρώπους: το τολμηρό, άμεσο βλέμμα κατάματα και τη χαμηλωμένη ματιά που υποδείκνυε πως κάτι υπέβοσκε. Οι ματιές της Χάλιμα προκαλούσαν πλήθος παρεξηγήσεων. «Πως μπορώ, άλλωστε, ύστερα απ' όσα έμαθε η Καμπριάνα Σεντάι για την Ελάιντα και τα σχέδια της; Η Καμπριάνα ήταν φίλη μου, όπως και δική σου κι όλων όσοι εναντιώνονται στην Ελάιντα, κι έτσι δεν είχα πολλές επιλογές. Δόξα στο Φως που ανέφερε το Σαλιντάρ κι ήξερα πού να έρθω». Ακούμπησε τα χέρια της σε μια μέση τόσο λεπτή όσο και της Εγκουέν στον Τελ'αράν'ριοντ κι έγειρε το κεφάλι από τη μια μεριά, κοιτώντας έντονα κι εξεταστικά την Εγκουέν. «Το μυαλό σου πονάει ξανά, έτσι δεν είναι; Κι η Καμπριάνα πονούσε, τόσο πολύ μερικές φορές που πάθαινε κράμπα στα ακροδάχτυλα του ποδιού της. Έπρεπε να τα μουσκεύει σε ζεστό νερό προτού ντυθεί. Κάποιες φορές οι πόνοι κρατούσαν μέρες. Αν δεν είχα έρθει, το ίδιο άσχημα θα ήσουν κι εσύ». Βημάτισε γύρω από το κάθισμα της Εγκουέν κι άρχισε να της μαλάσσει τους κροτάφους. Τα δάχτυλα της Χάλιμα είχαν την ικανότητα να διώχνουν τον πόνο. «Όσο πιο πολύ επιμένουν οι πόνοι, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να ζητήσεις από μια άλλη αδελφή να εφαρμόσει Θεραπεία. Η ένταση φταίει, το νιώθω».
«Μάλλον δεν θα μπορούσα», μουρμούρισε η Εγκουέν. Ό,τι και να έλεγαν οι άλλοι, η Εγκουέν συμπαθούσε αυτή τη γυναίκα, κι όχι μόνο για το χάρισμά της να απαλύνει τους πονοκεφάλους. Η Χάλιμα ήταν προσγειωμένη, είχε ανοικτό μυαλό και, πέρα από μια επικάλυψη κουλτούρας που είχε αποκτήσει όσο διάστημα έμεινε στην πόλη, παρέμενε μια επαρχιώτισσα. Ο σεβασμός που έδειχνε απέναντι στην Άμερλιν είχε περισσότερο την έννοια της καλής γειτνίασης, κάτι που η Εγκουέν έβρισκε αναζωογονητικό, αν και τρομακτικό μερικές φορές. Ακόμα κι η Τσέσα δεν τα κατάφερνε καλύτερα, παρ' όλο που ήταν φιλική, αλλά η Τσέσα δεν ήταν παρά μια υπηρέτρια ενώ η Χάλιμα δεν έδειξε ποτέ την παραμικρή δουλοπρέπεια. Πάντως, η Εγκουέν όντως θα προτιμούσε να είχε πάει σπίτι της όταν η Καμπριάνα έπεσε από το άλογο κι έσπασε τον λαιμό της.
Θα ήταν πολύ χρήσιμο αν οι αδελφές αποδέχονταν την πεποίθηση της Καμπριάνα πως η Ελάιντα προτίθετο να σιγανέψει τις μισές από αυτές και να εξολοθρεύσει τις υπόλοιπες, αλλά ήταν σίγουρες πως όλα αυτά δεν ήταν παρά διαστρεβλώσεις εκ μέρους της Χάλιμα. Είχαν γαντζωθεί όλες από το Μαύρο Άτζα. Γυναίκες ασυνήθιστες να τρομάζουν με οτιδήποτε βρέθηκαν αντιμέτωπες με κάτι που ανέκαθεν αρνούνταν την ύπαρξη του και πήραν την τρομάρα της ζωής τους. Πώς ήταν δυνατόν να ξεριζώσει τους Σκοτεινόφιλους χωρίς να διασκορπίσει τις αδελφές σαν σμήνος από ορτύκια; Πώς θα μπορούσε να εμποδίσει αυτόν τον διασκορπισμό που θα συνέβαινε αργά ή γρήγορα; Μα το Φως, πώς;
«Εστιάσου στη χαλαρότητα», είπε απαλά η Χάλιμα. «Το πρόσωπό σου είναι χαλαρό. Ο λαιμός σου είναι χαλαρός. Οι ώμοι σου...» Η φωνή της είχε μια σχεδόν υπνωτική χροιά, σαν ένας βόμβος που χάιδευε κάθε σημείο του κορμιού της Εγκουέν και το χαλάρωνε.
Μερικές γυναίκες δεν τη συμπαθούσαν εξαιτίας της εμφάνισής της, λες και την είχε ονειρευτεί ένας ιδιαίτερα λάγνος άντρας, ενώ κάποιες άλλες έλεγαν πως φλέρταρε με οτιδήποτε φορούσε βράκες, πράγμα το οποίο δεν θα ενέκρινε ποτέ η Εγκουέν, αλλά η Χάλιμα παραδεχόταν πως της άρεσε να κοιτάει το άλλο φύλο. Οι χειρότεροι κατήγοροι της δεν ισχυρίστηκαν ποτέ πως έκανε κάτι παραπάνω από απλό φλερτ, αλλά η ίδια αγανακτούσε με αυτούς τους υπαινιγμούς. Δεν ήταν καμιά ανόητη -η Εγκουέν το είχε καταλάβει από την πρώτη τους κουβέντα, την επομένη της δραπέτευσης του Λογκαίν, όταν άρχισαν να την ενοχλούν οι πονοκέφαλοι- ούτε κανένα άμυαλο κοριτσάκι. Υπέθεσε πως έμοιαζε κάπως με τη Μέρι. Η Χάλιμα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα ούτε για την εμφάνισή της, ούτε για τους τρόπους της. Το χαμόγελό της έμοιαζε προκλητικό ή περιπαιχτικό εξαιτίας του σχήματος που είχε το στόμα της. Το ίδιο χαμογελούσε σε άντρα, γυναίκα ή παιδί. Δεν ήταν δικό της λάθος αν ο κόσμος νόμιζε ότι φλέρταρε όταν η ίδια απλώς κοιτούσε. Άλλωστε, ποτέ της δεν είχε αναφέρει πουθενά το θέμα των πονοκεφάλων. Αν το είχε κάνει, κάθε Κίτρινη αδελφή του καταυλισμού θα πολιορκούσε την Εγκουέν. Να τι θα πει φιλία, αν όχι αφοσίωση.