Η ματιά της Εγκουέν έπεσε στα χαρτιά, πάνω στο τραπέζι, κι οι σκέψεις της παρασύρθηκαν κάτω από το απαλό χάδι των δαχτύλων της Χάλιμα. Δαυλοί έτοιμοι να ριχτούν στις θημωνιές. Δέκα μέρες στα σύνορα του Άντορ, εκτός κι αν ο Άρχοντας Μπράυν επιθυμούσε να ζορίσει τα πράγματα δίχως να ξέρει γιατί, και χωρίς να έχει συναντήσει αντίσταση προηγουμένως. Θα μπορούσε να συγκρατήσει δέκα ολόκληρες μέρες αυτούς τους δαυλούς; Νότιο Λιμάνι. Βόρειο Λιμάνι. Τα κλειδιά προς την Ταρ Βάλον. Πως θα μπορούσε να είναι σίγουρη για τη Νίκολα και την Αράινα με βάση τις υποδείξεις της Σιουάν; Έπρεπε να τα κανονίσει έτσι που κάθε αδελφή να περάσει από δοκιμασία προτού φτάσουν στο Άντορ. Διέθετε το Ταλέντο με τα μέταλλα και τα ορυκτά, κάτι σπάνιο ανάμεσα στις Άες Σεντάι. Η Νίκολα. Η Αράινα. Το Μαύρο Άτζα.
«Πάλι αγχώνεσαι. Πάψε να ανησυχείς για την Αίθουσα». Τα απαλά δάχτυλα σταμάτησαν για λίγο να τη μαλάζουν, αλλά μετά ξανάρχισαν. «Θα νιώσεις καλύτερα το βράδυ, ύστερα από ένα ζεστό μπάνιο. Μπορώ να σου κάνω μασάζ στους ώμους και στην πλάτη, επίσης. Δεν το δοκιμάσαμε ακόμα. Είσαι αλύγιστη σαν κοντάρι ενώ θα έπρεπε να έχεις τόση ευκαμψία που να μπορείς να λυγίζεις το κορμί σου προς τα πίσω και να βάζεις το κεφάλι σου ανάμεσα στους αστραγάλους σου. Νους και σώμα. Το ένα γυμνάζει το άλλο. Άσε το σε μένα».
Η Εγκουέν παρέπαιε στα όρια του ύπνου. Όχι του ύπνου μιας ονειροβάτισσας, αλλά ενός απλού, συνηθισμένου ύπνου. Πόσος καιρός είχε περάσει από την τελευταία φορά; Στον καταυλισμό θα ξεσπούσε οχλαγωγία από τη στιγμή που θα μαθευόταν η εισήγηση της Ντελάνα, κι αυτό όχι μόνο δεν θα αργούσε, αλλά θα γινόταν και πριν προλάβει η ίδια να πει στη Ρομάντα και στη Λελαίν ότι δεν σκόπευε να εκδώσει το διάταγμά τους. Υπήρχε, όμως, και κάτι άλλο στο οποίο ευελπιστούσε, ένας ακόμα λόγος να παραμείνει ξύπνια. «Θα είναι πολύ όμορφα», μουρμούρισε, εννοώντας πολύ περισσότερα από το υποσχόμενο μασάζ. Πριν από πολύ καιρό είχε τάξει ότι κάποια μέρα θα ανάγκαζε τη Σέριαμ να πέσει στα γόνατα, κι αυτή η μέρα είχε φτάσει. Επιτέλους, είχε αρχίσει να νιώθει σαν πραγματική Άμερλιν που ελέγχει τα πάντα. «Πολύ όμορφα».
13
Το Κύπελλο των Ανέμων
Η Αβιέντα θα προτιμούσε να καθίσει κάτω, αλλά οι τρεις άλλες γυναίκες που καταλάμβαναν τον μικρό χώρο της βάρκας δεν της άφηναν ιδιαίτερο περιθώριο. Αρκέστηκε στο να ακουμπήσει τα πόδια της πάνω σε έναν από τους ξύλινους σκαλιστούς πάγκους στα εσωτερικά τοιχώματα της βάρκας. Με αυτόν τον τρόπο, ήταν καλύτερα από το να καθόταν σε καρέκλα. Πάντως, η πόρτα ήταν κλειστή και δεν υπήρχαν παράθυρα, παρά μόνο φανταχτερές εγχάρακτες διακοσμήσεις, οι οποίες διατρυπούσαν τα τοιχώματα κοντά στην οροφή. Δεν μπορούσε να δει τα νερά έξω, αλλά οι σχισμές επέτρεπαν την είσοδο στην οσμή του αλατιού, στον παφλασμό των κυμάτων πάνω στο σκαρί και στο τσαλαβούτημα των κουπιών. Ακόμα κι οι διαπεραστικοί κούφιοι κρωγμοί πουλιών κάθε λογής μαρτυρούσαν απέραντες εκτάσεις νερού. Είχε δει ανθρώπους να πεθαίνουν για μια τόση δα λιμνούλα, αλλά το νερό εδώ ήταν αφάνταστα πικρό. Άλλο ήταν να διαβάζεις γι’ αυτό κι άλλο να το γεύεσαι. Ο ποταμός είχε τουλάχιστον μισό μίλι πλάτος εκεί όπου είχαν επιβιβαστεί σε αυτήν τη βάρκα με τους δύο περίεργους κωπηλάτες, οι οποίοι συνεχώς τις λοξοκοίταζαν. Μισό μίλι νερού κι ούτε μια γουλιά πόσιμη. Ποιος θα φανταζόταν ότι τόσο πολύ νερό πήγαινε στράφι;
Η βάρκα πλέον λικνιζόταν με σταθερό ρυθμό. Μήπως είχαν βγει από το ποτάμι και βρίσκονταν σε αυτό που αποκαλούνταν «ο κόλπος»; Το σημείο εκείνο ήταν κατά πολύ πλατύτερο, έτσι είχε πει η Ηλαίην. Η Αβιέντα σταύρωσε τα χέρια πάνω στα γόνατά της και προσπάθησε απεγνωσμένα να απασχολήσει τη σκέψη της με κάτι άλλο. Αν οι υπόλοιπες αντιλαμβάνονταν ότι φοβόταν, θα αισθανόταν ντροπή για μια ζωή. Το χειρότερο ήταν πως το είχε προτείνει η ίδια, ακούγοντας την Ηλαίην και τη Νυνάβε να μιλούν για τους Θαλασσινούς. Πού να ήξερε, όμως, τι θα συναντούσαν;