Το γαλάζιο μετάξι του φορέματός της ήταν ιδιαίτερα απαλό στην αφή, κι εκείνη γαντζώθηκε επάνω του. Δεν ήταν συνηθισμένη να φοράει φούστες· λαχταρούσε ακόμα το καντιν'σόρ των Σοφών, με το οποίο είχε ενθουσιαστεί όταν είχε αρχίσει την εκπαίδευσή της κοντά τους. Τώρα φορούσε ένα μεταξωτό φόρεμα -έχοντας στην κατοχή της άλλα τέσσερα!- και μεταξωτές κάλτσες αντί για χοντρές μάλλινες, όπως επίσης και μια μεταξωτή καμιζόλα που της χάιδευε την επιδερμίδα. Δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί την ομορφιά του φορέματος, μολονότι της φαινόταν παράξενο να ντύνεται έτσι, αλλά το μετάξι ήταν πολύτιμο και σπάνιο. Μια γυναίκα μπορούσε να έχει μια μεταξωτή εσάρπα, για να τη φοράει στις γιορτές και στα συμπόσια και να τη ζηλεύουν οι άλλες. Ελάχιστες διέθεταν δύο. Βέβαια, τα πράγματα ήταν διαφορετικά για τους υδρόβιους. Όχι ότι φορούσαν όλοι, αλλά μερικές φορές είχε την αίσθηση πως φορούσε ο ένας στους δύο. Τα αμπάρια των πλοίων που κατέφθαναν από τους τόπους πέρα από την Τρίπτυχη Γη ήταν γεμάτα με ολόκληρες στοίβες. Πλοία που διέσχιζαν τον Ωκεανό. Ασύλληπτες εκτάσεις νερού που απλώνονταν από τη μια ως την άλλη μεριά του ορίζοντα. Απ' όσο είχε καταλάβει, υπήρχαν σημεία όπου δεν έβλεπες γη πουθενά. Η αλλόκοτη αυτή σκέψη την έκανε να ανατριχιάσει.
Καμία από τις υπόλοιπες γυναίκες της παρέας δεν έμοιαζε να έχει διάθεση για κουβέντα. Η Ηλαίην στριφογύριζε αφηρημένα το δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό στο δεξί της χέρι και κοιτούσε σε κάποιο αόριστο σημείο, στο εσωτερικό των τεσσάρων τοιχωμάτων. Οι ανησυχίες τυραννούσαν συχνά το μυαλό της. Έπρεπε να αντεπεξέλθει σε δυο καθήκοντα, κι αν το ένα από αυτά μιλούσε περισσότερο στην καρδιά της, είχε επιλέξει εκείνο που η ίδια θεωρούσε σημαντικότερο και πιο τιμητικό. Ήταν δικαίωμα και καθήκον της να γίνει η ηγέτιδα, η βασίλισσα του Άντορ, αλλά εκείνη είχε επιλέξει να συνεχίσει την αναζήτηση. Κατά κάποιον τρόπο κι ανεξάρτητα από την αξία αυτής της έρευνας, έμοιαζε να βάζει αυτό το εγχείρημα πάνω από τη φυλή και την κοινωνία, ωστόσο η Αβιέντα αισθανόταν υπερήφανη. Η άποψη της Ηλαίην για την τιμή και την υπόληψη ήταν ενίοτε τόσο αλλόκοτη, όσο αλλόκοτο ήταν το να αποκτούσε μια γυναίκα ηγετικές ικανότητες ή να γινόταν αρχηγός στα χνάρια της μητέρας της. Πάντως, η Ηλαίην ακολουθούσε αυτόν τον δρόμο με ενθουσιασμό. Η Μπιργκίτε, με τα φαρδιά κόκκινα παντελόνια και το κοντό κίτρινο πανωφόρι που τόσο ζήλευε η Αβιέντα, έπαιζε με την πλεξούδα που έφτανε μέχρι τη μέση της, χαμένη κι αυτή σε σκέψεις. Ίσως να μοιραζόταν κάποιες από τις ανησυχίες της Ηλαίην. Ήταν η πρώτη Πρόμαχός της, κάτι που είχε ενοχλήσει ιδιαίτερα τις Άες Σεντάι στο Παλάτι Τάρασιν, παρ' όλο που οι δικοί τους Πρόμαχοι δεν έδιναν και πολλή σημασία. Τα έθιμα των υδροβίων ήταν τόσο παράξενα, ώστε δεν άξιζε τον κόπο να απορούν γι' αυτά.
Αν η Ηλαίην κι η Μπιργκίτε έμοιαζαν να απωθούν κάθε ιδέα για συζήτηση, η Νυνάβε αλ'Μεάρα, ακριβώς αντίκρυ στην Αβιέντα, δίπλα στην πόρτα, ήταν εγκάθετη. Νυνάβε, όχι Νυνάβε αλ'Μεάρα. Στους υδρόβιους άρεσε να τους αποκαλούν με το πρώτο όνομα, κι η Αβιέντα προσπαθούσε να το θυμάται αυτό, μολονότι έμοιαζε σαν να απευθύνεται σε κάποιον αγαπητικό. Ο Ραντ αλ'Θόρ ήταν ο μόνος εραστής που είχε ποτέ, κι όμως ούτε καν απέναντι του δεν ένιωθε τόση οικειότητα. Ωστόσο, αν σκόπευε να παντρευτεί κάποιον από αυτούς, έπρεπε να μάθει καλά τα έθιμά τους.
Τα βαθυκάστανα μάτια της Νυνάβε έμοιαζαν να τη διαπερνούν. Οι αρθρώσεις των δαχτύλων της είχαν ασπρίσει, καθώς έπιανε σφικτά μια παχιά πλεξούδα, η οποία, σε αντίθεση με τη χρυσαφιά της Μπιργκίτε, ήταν μαύρη. Το πρόσωπό της δεν ήταν απλώς ωχρό αλλά ελαφρά πρασινωπό. Πού και πού άφηνε ένα ελαφρύ υπόκωφο βογκητό. Συνήθως δεν ίδρωνε· εκείνη κι η Ηλαίην είχαν μάθει στην Αβιέντα το κόλπο. Η Νυνάβε ήταν ένα αίνιγμα. Παραπονιόταν για την υποτιθέμενη δειλία της, παρ' όλο που μερικές φορές η γενναιότητά της άγγιζε την τρέλα, και δεν δίσταζε να ξεδιπλώνει την ντροπή της μπροστά σε όλους. Πώς ήταν δυνατόν να την ενοχλεί τόσο πολύ η κίνηση κι όχι όλος αυτός ο όγκος του νερού;
Να το πάλι το νερό. Η Αβιέντα έκλεισε τα μάτια της, για να μη βλέπει το πρόσωπο της Νυνάβε, όμως έτσι οι ήχοι των πουλιών κι οι παφλασμοί του νερού πλημμύρισαν το κεφάλι της.
«Σκεφτόμουν», είπε άξαφνα η Ηλαίην κι έκανε μια παύση. «Είσαι καλά Αβιέντα; Εσύ...» Τα μάγουλα της Αβιέντα κοκκίνισαν κι η Ηλαίην δεν της έκανε παρατήρηση, ότι είχε αναπηδήσει σαν κουνέλι μόλις άκουσε τη φωνή της. Η Ηλαίην φάνηκε να αντιλαμβάνεται πόσο κοντά είχε φτάσει στο να αποκαλύψει την ντροπή της Αβιέντα. Αναψοκοκκινίζοντας κι η ίδια, συνέχισε να μιλάει. «Σκεφτόμουν τη Νίκολα και την Αράινα. Σχετικά με όσα μάς είπε χθες το βράδυ η Εγκουέν. Νομίζετε πως είναι ικανές να της προκαλέσουν προβλήματα; Τι σκοπεύει να κάνει;»