«Πολεμούν;» ρώτησε δύσπιστα η Σεβάνα, προτού αντιληφθεί το νόημα των λόγων της. Αφού η ίδια μπορούσε να πετάξει στα σκουπίδια τα παρηκμασμένα έθιμα, θα μπορούσαν εξίσου να το κάνουν κι αυτοί οι τυφλωμένοι ανόητοι του Νότου που εξακολουθούσαν να αυτοαποκαλούνται Αελίτες. Δεν το περίμενε, πάντως. Αναμφίβολα, τους είχε φέρει η Σορίλεα. Στα μάτια της Σεβάνα αυτή η γριά φάνταζε σαν πλαγιά βουνού που κατολισθαίνει, παρασέρνοντας τα πάντα στον διάβα της. «Πρέπει να τους επιτεθούμε αμέσως. Δεν θα πάρουν τον Ραντ αλ'Θόρ, ούτε θα μας χαλάσουν την εκδίκηση για το θάνατο της Ντεσαίν», πρόσθεσε παρατηρώντας τα μάτια της Ριάλ να γουρλώνουν.
«Πρόκειται για Σοφές», είπε ξερά η άλλη γυναίκα κι η Σεβάνα κατάλαβε με πίκρα τι εννοούσε. Το να συμμετέχεις στον χορό των λογχών δεν ήταν κι ό,τι καλύτερο, αλλά το να επιτεθεί μια Σοφή σε μια άλλη ήταν ανεπίτρεπτο ακόμα και για τη Ριάλ. Είχε συμφωνήσει ότι η Ντεσαίν έπρεπε να πεθάνει - πώς αλλιώς θα αναγκάζονταν οι υπόλοιπες Σοφές, για να μην αναφέρουμε τους αλγκάι'ντ'σισβάι, να επιτεθούν στις Άες Σεντάι, πράγμα απαραίτητο αν ήθελαν να συλλάβουν τον Ραντ αλ'Θόρ και, μαζί του, όλους τους Αελίτες; Βέβαια, ενήργησαν κρυφά, συνεπικουρούμενες κι από άλλες γυναίκες με παρόμοιες απόψεις. Ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει παρουσία όλων, τόσο των τρελών όσο και των δειλών!
«Τότε, ξεπαστρέψτε όσους εχθρούς μπορείτε, Ριάλ». Η κάθε λέξη που έφευγε από το στόμα της ήταν γεμάτη καταφρόνια, αλλά η Ριάλ απλώς ένευσε, τακτοποίησε το σάλι της, ρίχνοντας άλλη μια ματιά στη λόγχη της Σεβάνα, και γύρισε στη θέση της.
Ίσως να υπήρχε κάποιος τρόπος να αναγκάσουν τις άλλες Σοφές να κινηθούν πρώτες. Ό,τι και να έκανε, ακόμα κι ο αιφνιδιασμός, θα ήταν καλύτερο από το να άρπαζαν τον Ραντ αλ'Θόρ μέσα από τα χέρια της. Και τι δεν θα έδινε για μια γυναίκα με την ικανότητα της διαβίβασης, για μια γυναίκα που θα υπάκουε σε εντολές χωρίς να προβάλει αντιρρήσεις. Και τι δεν θα έδινε για να βρεθεί σε ένα ύψωμα απ' όπου θα μπορούσε απερίσπαστα να παρακολουθεί την εξέλιξη της μάχης.
Έχοντας σε ετοιμότητα τη λόγχη της και κοιτώντας γύρω της επιφυλακτικά για λύκους -απ' όσους μπορούσε να διακρίνει, άλλοι κατακρεουργούσαν τους άντρες και τις γυναίκες που ήταν ντυμένοι με το καντιν'σόρ κι άλλοι ήταν ήδη νεκροί- άρχισε ξανά να φωνάζει παροτρυντικά λόγια. Στον Νότο, οι φωτιές κι οι αστραπές εξακολουθούσαν να πέφτουν ανάμεσα στους Σάιντο, περισσότερες κι από πριν, αλλά δεν είχε μεγάλη διαφορά. Οι φλογερές εκρήξεις που τίναζαν στον αέρα χώματα κι ανθρώπους υποδείκνυαν πως η μάχη συνεχιζόταν αμείωτη.
«Ωθήστε με τα δόρατα!» φώναξε, σείοντας το δικό της. «Ωθήστε με τα δόρατα!» Μέσα στη αναδευόμενη μάζα των αλγκάι'ντ'σισβάι αδυνατούσε να διακρίνει τους ανόητους που είχαν δέσει ένα κομμάτι κόκκινο ύφασμα γύρω από το μέτωπό τους κι αυτοαποκαλούνταν σισβαϊ'αμάν. Ίσως ήταν πολύ λίγοι για να αλλάξουν την ροή των γεγονότων. Ο όχλος των υδρόβιων πολεμιστών έμοιαζε μικρός και μακρινός. Παρακολουθώντας, πρόσεξε μια ομάδα που υποσκελίστηκε από ανθρώπους, άλογα και αιχμηρά δόρατα. «Ωθήστε με τα δόρατα! Ωθήστε με τα δόρατα!» Ο θρίαμβος ήταν έκδηλος στη φωνή της. Ακόμα κι αν οι Άες Σεντάι καλούσαν στο πλευρό τους δέκα χιλιάδες λύκους, ακόμα κι αν η Σορίλεα έφερνε χίλιες Σοφές κι εκατό χιλιάδες λόγχες, οι Σάιντο θα έβγαιναν και πάλι νικητές σήμερα. Οι Σάιντο κι η ίδια, η Σεβάνα του Τζουμάι Σάιντο, που το όνομά της θα έμενε για πάντα στην ιστορία.
Ξαφνικά, μια κούφια έκρηξη αντήχησε ανάμεσα από τον ορυμαγδό της μάχης. Έμοιαζε να έρχεται από την κατεύθυνση των αμαξιών των Άες Σεντάι, αλλά δεν ήταν ξεκάθαρο κατά πόσον είχε προκληθεί από τις ίδιες ή από τις Σοφές. Δεν συμπαθούσε καθόλου οτιδήποτε αδυνατούσε να καταλάβει, ωστόσο δεν είχε σκοπό να ρωτήσει τη Ριάλ ή κάποια από τις υπόλοιπες, αποκαλύπτοντας την άγνοιά της και την έλλειψη ικανότητας όλων, εκτός του εαυτού της. Μεταξύ τους δεν έπαιζε κανέναν σπουδαίο ρόλο, αλλά δεν της άρεσε διόλου να στερείται δύναμης που κατείχαν άλλοι.
Με την άκρη του ματιού της πρόσεξε μια αναλαμπή φωτός ανάμεσα στους αλγκάι'ντ'σισβάι, μια αίσθηση περιστροφής, αλλά μόλις στράφηκε να κοιτάξει δεν είδε τίποτα. Την επόμενη στιγμή η αναλαμπή επαναλήφθηκε, ένα αστραποβόλημα στην περιφέρεια της όρασής της, αλλά και πάλι δεν διέκρινε τίποτα. Πολλά ακαταλαβίστικα πράγματα συνέβαιναν.