«Να τις ξεφορτωθεί», απάντησε η Αβιέντα, κάνοντας τη χαρακτηριστική κίνηση του αντίχειρα που διαπερνά απ' άκρη σ' άκρη τον λαιμό. Η ανακούφιση στο άκουσμα της φωνής της ήταν τέτοια, ώστε κόντεψε να αφήσει μια άναρθρη κραυγή. Η Ηλαίην φάνηκε να σοκάρεται. Μερικές φορές παραήταν ευαίσθητη.
«Ίσως να είναι καλύτερα έτσι», είπε η Μπιργκίτε. Δεν είχε αποκαλύψει κανένα άλλο όνομα εκτός από αυτό. Η Αβιέντα πίστευε πως η γυναίκα είχε πολλά μυστικά. «Η Αράινα θα μπορούσε να εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου, αλλά... Μη με κοιτάς κατ' αυτόν τον τρόπο, Ηλαίην, και σταμάτα να αγανακτείς από σεμνοτυφία». Η Μπιργκίτε συχνά διχαζόταν ανάμεσα στον Πρόμαχο, που είχε ως καθήκον να υπακούει, και στη μεγαλύτερη πρωταδελφή, που σε συμβούλευε χωρίς να ρωτάει να θες να μάθεις ή όχι. Αυτή τη στιγμή, όπως χαρακτηριστικά μαρτυρούσε κι η επιτιμητική κίνηση του δαχτύλου της, έπαιζε τον ρόλο της πρωταδελφής. «Δεν θα είχαν προειδοποιήσει εσάς τις δύο να μην ανακατευθείτε, αν η Άμερλιν μπορούσε να λύσει το πρόβλημα στέλνοντάς τες για λάντζα ή κάτι παρόμοιο».
Η Ηλαίην ρουθούνισε κοφτά, μια και δεν μπορούσε να αρνηθεί τα λεγόμενά της, και τακτοποίησε την πράσινη μεταξωτή φούστα της, η οποία είχε ανασηκωθεί στο μπροστινό μέρος αποκαλύπτοντας στρώματα από γαλανόλευκα μεσοφόρια. Ντυνόταν σύμφωνα με την τοπική μόδα· οι αφράτες δαντέλες στους καρπούς και γύρω από τον λαιμό της, όπως και το σφιχτό περιδέραιο από πλεγμένο χρυσάφι, ήταν δώρα της Τάυλιν Κουιντάρα. Η Αβιέντα δεν τα ενέκρινε. Το μπούστο του φορέματος ήταν εξίσου εφαρμοστό με το κόσμημα, ενώ η απουσία μιας στενής λωρίδας σε οβάλ σχήμα αποκάλυπτε τη σχισμή ανάμεσα στα στήθη της. Υπήρχε διαφορά ανάμεσα στο να μένει σε σκηνές που μύριζαν ιδρώτα και στο να κυκλοφορεί εκεί όπου μπορούσε να τη δει ο καθένας. Οι άνθρωποι στους δρόμους της πόλης δεν ήταν γκαϊ'σάιν. Το δικό της φόρεμα είχε ψηλό λαιμό με δαντέλα που άγγιζε το πηγούνι της, και δεν έλειπε καμία λωρίδα υφάσματος.
«Επιπλέον», συνέχισε η Μπιργκίτε, «νομίζω πως η Μάριγκαν θα έπρεπε να σε απασχολεί περισσότερο. Με τρομάζει απίστευτα».
Το όνομα φαίνεται πως άγγιξε κάποια ευαίσθητη χορδή της Νυνάβε. Έπαψε να γογγύζει και σηκώθηκε όρθια. «Αν μας κυνηγήσει, θα συμβιβαστούμε μαζί της. Θα... θα...» Πήρε μια βαθιά ανάσα και τις κοίταξε έντονα, λες κι αμφισβητούσαν τα λόγια της. «Πιστεύετε πως θα το κάνει;» ρώτησε άτονα.
«Δεν έχει νόημα να μαλώνουμε μεταξύ μας», της είπε η Ηλαίην, πολύ πιο ήρεμα απ' όσο θα μιλούσε η Αβιέντα στην περίπτωση που θα νόμιζε πως κάποιος Σκοτεινόψυχος την είχε στο στόχαστρο. «Πρέπει να ακολουθήσουμε τις συμβουλές της Εγκουέν και να προσέχουμε πολύ». Η Νυνάβε μουρμούρισε κάτι αόριστο.
Σιωπή απλώθηκε ξανά ανάμεσά τους. Η Ηλαίην έπεσε σε περισυλλογή βαθύτερη από πριν, ενώ η Μπιργκίτε ακούμπησε το σαγόνι στις παλάμες της, με το βλέμμα κενό. Η Νυνάβε εξακολούθησε να μεμψιμοιρεί μέσα από τα δόντια της, με τα χέρια στη μέση και ξεροκαταπίνοντας κατά διαστήματα. Ο παφλασμός του νερού κι οι κραυγές των πουλιών φάνταζαν πιο ηχηρά τώρα.
«Και μένα με βασανίζουν οι σκέψεις, κονταδελφή». Η ίδια κι η Ηλαίην δεν είχαν φτάσει ακόμα να αλληλοαποκαλούνται πρωταδελφές, αλλά ήταν σίγουρη πως θα συνέβαινε κι αυτό. Ήδη η μία χάιδευε τα μαλλιά της άλλης και κάθε βράδυ, στο σκοτάδι, μοιράζονταν ένα μυστικό που δεν ήξερε καμία άλλη. Αυτή η Μιν, όμως... Τέλος πάντων, αργότερα αυτά, όταν θα ήταν μόνες τους.
«Σχετικά με τι;» ρώτησε αφηρημένα η Ηλαίην.
«Σχετικά με την έρευνά μας. Ετοιμαζόμασταν για μια επιτυχία πρώτου μεγέθους, αλλά βρισκόμαστε στο σημείο απ' όπου ξεκινήσαμε. Τι νόημα έχει να μη χρησιμοποιούμε τα διαθέσιμα όπλα μας; Ο Ματ Κώθον είναι ένας τα'βίρεν, αλλά εμείς κοιτάζουμε πώς να τον αποφύγουμε. Γιατί δεν τον παίρνουμε με το μέρος μας; Με τη βοήθειά του, ίσως μπορέσουμε επιτέλους να ανακαλύψουμε το κύπελλο».
«Ο Ματ;» αναφώνησε δύσπιστα η Νυνάβε. «Δεν τρως καλύτερα ωμές τσουκνίδες; Δεν θα άντεχα αυτόν τον άνθρωπο, ακόμα κι αν είχε το κύπελλο κρυμμένο στο πανωφόρι του».
«Πάψε πια, Νυνάβε», μουρμούρισε η Ηλαίην χωρίς την παραμικρή ζέση. Κούνησε απορημένα το κεφάλι της μη δίνοντας σημασία στο βλοσυρό βλέμμα της άλλης γυναίκας. Η λέξη «φαρμακόγλωσσα» δεν ήταν αρκετή για να περιγράψει τη Νυνάβε, αλλά είχαν αρχίσει να συνηθίζουν τους τρόπους της. «Γιατί δεν το σκέφτηκα προηγουμένως; Είναι τόσο προφανές!»