«Να κάτι που πρέπει να αλλάξουμε. Μια καθώς πρέπει γυναίκα δεν μπορεί να βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο μαζί του. Έλα, πάψε να χαζογελάς, Μπιργκίτε. Πραγματικά, μερικές φορές γίνεσαι εξίσου δυσάρεστη με εκείνον».
«Είναι γεννημένος για να ταλαιπωρεί», μουρμούρισε ξινά η Νυνάβε.
Η Αβιέντα υποχρεώθηκε να θυμηθεί πως βρίσκονταν σε βάρκα, καθώς το σκάφος κλυδωνίστηκε και σταμάτησε απότομα ταλαντευόμενο. Οι γυναίκες σηκώθηκαν ισιώνοντας τα φορέματά τους, και μάζεψαν τους ελαφριούς μανδύες που είχαν φέρει μαζί τους. Η Αβιέντα δεν φόρεσε τον δικό της. Το ηλιόφως εδώ δεν ήταν τόσο ενοχλητικό, ώστε να χρειάζεται κουκούλα για να προστατέψει τα μάτια της. Η Μπιργκίτε έριξε τον δικό της πάνω από τον ένα ώμο της, άνοιξε την πόρτα κι ανέβηκε τα τρία σκαλιά ακολουθώντας τη Νυνάβε, η οποία την είχε προσπεράσει με το ένα χέρι στο στόμα.
Η Ηλαίην σταμάτησε να δέσει τα κορδόνια του μανδύα της και να τακτοποιήσει την κουκούλα στο κεφάλι της, με τις χρυσοκόκκινες μπούκλες να εξέχουν. «Δεν είπες και πολλά, κονταδελφή».
«Είπα όσα είχα να πω. Η απόφαση ήταν δικιά σου».
«Η βασική σκέψη, όμως, ήταν δική σου. Μερικές φορές μού φαίνεται πως εμείς οι υπόλοιπες ξεμωραινόμαστε σιγά-σιγά. Τέλος πάντων». Μισοστραμμένη προς τα σκαλοπάτια και χωρίς να κοιτάζει προς το μέρος της, η Ηλαίην σταμάτησε. «Οι υδάτινες αποστάσεις με μπερδεύουν. Νομίζω πως θα κοιτάω μονάχα το πλοίο. Τίποτε άλλο». Η Αβιέντα συγκατένευσε -ανέκαθεν η κονταδελφή της ήταν μετριόφρων- κι ανέβηκε τα σκαλιά.
Στο κατάστρωμα, η Νυνάβε αρνήθηκε την προσφορά της Μπιργκίτε για βοήθεια και πιάστηκε από το κιγκλίδωμα. Οι δύο κωπηλάτες την κοίταξαν ειρωνικά καθώς σκούπιζε το στόμα της με την παλάμη. Δεν φορούσαν φανέλες κι είχαν από ένα μπρούτζινο κρίκο σε κάθε αυτί. Μάλλον χρησιμοποιούσαν συχνά τα κυρτά εγχειρίδια που ήταν κρυμμένα πίσω από τα ζωνάρια τους. Το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής τους, όμως, ήταν στραμμένο στην προσπάθεια να κουμαντάρουν ένα ζευγάρι κουπιά πηγαίνοντας πάνω κάτω στο κατάστρωμα, προκειμένου να κρατήσουν την ισορροπία του κλυδωνιζόμενου πλοιαρίου δίπλα σε ένα καράβι που άφησε την Αβιέντα άφωνη με το μέγεθός του. Δέσποζε πάνω από τη βάρκα τους, που ξαφνικά έμοιαζε μικροσκοπική, ενώ τα τρία μεγάλα κατάρτια του έφταναν πιο ψηλά από τα μεγαλύτερα δέντρα που είχε αντικρίσει ακόμα κι εδώ, στις υδατοχώρες. Το είχαν επιλέξει, επειδή ήταν το μεγαλύτερο από τα εκατοντάδες πλοία των Θαλασσινών που ήταν αγκυροβολημένα στον κόλπο. Σε ένα τόσο μεγάλο πλοίο δεν ήταν δύσκολο να ξεχάσεις το υδάτινο περιβάλλον. Εκτός κι αν...
Στην πραγματικότητα, η Ηλαίην δεν είχε παραδεχτεί την ντροπή της, μα κι αν ακόμη το είχε κάνει, μια κονταδελφή μπορούσε να ξέρει ακόμα και τη βαθύτερη ταπείνωση χωρίς να τη μεγαλοποιήσει. Όμως... Η Άμυς τής είχε πει κάποτε πως ήταν υπερβολικά αυτάρεσκη. Ζόρισε τον εαυτό της να αποστρέψει το βλέμμα από τη βάρκα.
Ποτέ στη ζωή της δεν είχε αντικρίσει τόσο πολύ νερό, ούτε ακόμα κι αν όλες οι σταγόνες που είχε δει μέχρι τώρα συγκεντρώνονταν σε ένα μέρος. Αναδευόταν γκριζοπράσινο και τόπους-τόπους αφρισμένο. Η ματιά της πεταγόταν από δω κι από κει, αρνούμενη να το συμπεριλάβει στο οπτικό της πεδίο. Ακόμα κι ο ουρανός εδώ φάνταζε μεγαλύτερος, απέραντος, με έναν ρευστό χρυσαφένιο ήλιο να σκαρφαλώνει από την ανατολή. Μια σφοδρή ριπή ανέμου φύσηξε, κάπως ψυχρότερη απ' ό,τι στην ηπειρωτική ενδοχώρα και χωρίς να καταλαγιάζει ποτέ εντελώς. Πανικόβλητα σμήνη πουλιών πετάρισαν ψηλά, άλλα γκριζόασπρα κι άλλα με μαύρες πιτσιλιές, βγάζοντας διαπεραστικές κραυγές. Ένα από αυτά, κατάμαυρο εκτός από το κεφάλι του, πέρασε ξυστά από την επιφάνεια με το μακρύ κάτω ράμφος του να σκίζει το νερό, ενώ μια λοξή σειρά από άγαρμπα καφετιά πτηνά -πελεκάνους τα είχε αποκαλέσει η Ηλαίην- δίπλωσαν ξαφνικά τα φτερά τους ένα-ένα, βούτηξαν στα νερά παφλάζοντας, κι αναδύθηκαν και πάλι στην επιφάνεια, όπου επέπλευσαν τινάζοντας δεξιά αριστερά τα υπερμεγέθη τους ράμφη. Παντού υπήρχαν πλοία, πολλά από αυτά εξίσου τεράστια με εκείνο πίσω της, αν και δεν ανήκαν όλα στους Άθα'αν Μιέρε. Υπήρχαν κι άλλα, μικρότερα, με ένα ή δύο κατάρτια κάτω από τριγωνικά ιστία. Κι ακόμη μικρότερα, δίχως κατάρτια, όπως η βάρκα στην οποία βρισκόταν, με μια ψηλή κοφτή κορυφή μπροστά κι ένα χαμηλό επίπεδο κουβούκλιο στο πίσω μέρος. Τα κουπιά στα πλευρά τους, ανά ζεύγη των δύο ή τριών, τα έκαναν να μοιάζουν με αράχνες. Ένα μακρόστενο σκάφος, με περίπου είκοσι σειρές κουπιών σε κάθε πλευρά, έμοιαζε με σαρανταποδαρούσα που γλιστρούσε πάνω στην επιφάνεια του νερού. Σε κάποια απόσταση φαινόταν ξηρά. Εφτά ή οκτώ μίλια στο βάθος, το ηλιόφως αντανακλούσε πάνω στον λευκό σοβά των κτηρίων της πόλης. Εφτά ή οκτώ μίλια νερού.