Ξεροκαταπίνοντας, η Αβιέντα στράφηκε γρήγορα προς τα πίσω. Είχε την εντύπωση πως τα μάγουλά της ήταν πιο πράσινα απ' ό,τι της Νυνάβε προηγουμένως. Η Ηλαίην την παρακολουθούσε με φαινομενική ηρεμία, αλλά οι υδρόβιοι έδειχναν τόσο έντονα τα συναισθήματά τους, ώστε το ενδιαφέρον της ήταν έκδηλο. «Είμαι ηλίθια, Ηλαίην». Η Αβιέντα ένιωθε άβολα κοντά της, ακόμα κι όταν δεν χρησιμοποιούσε παρά μονάχα το όνομά της. Όταν θα γίνονταν πρωταδελφές κι αδελφές-σύζυγοι, τα πράγματα θα ήταν ευκολότερα. «Μια σοφή γυναίκα πάντα ακούει σοφές συμβουλές».
«Είσαι πιο θαρραλέα απ' όσο θα μπορέσω να γίνω ποτέ εγώ», αποκρίθηκε η Ηλαίην με αρκετά σοβαρό τόνο. Ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων που αρνούνταν ότι διέθεταν θάρρος. Μήπως ήταν κι αυτό έθιμο των υδροβίων; Μπα, η Αβιέντα είχε ακούσει κάμποσους από δαύτους να εξυμνούν τη γενναιότητά τους. Αυτοί οι Εμπουνταρινοί, για παράδειγμα, ανά τρεις λέξεις καυχιόνταν για κάτι. Η Ηλαίην ρούφηξε μια βαθιά ανάσα κι ατσαλώθηκε. «Απόψε θα μιλήσουμε για τον Ραντ».
Η Αβιέντα συγκατένευσε, αν και δεν έβλεπε τι σχέση είχε αυτό με το θέμα της γενναιότητας. Πώς μπορούσαν να έχουν άντρα οι αδελφές-σύζυγοι χωρίς να συζητούν γι' αυτόν με λεπτομέρειες; Έτσι της είχαν πει οι γηραιότερες, όπως κι οι Σοφές. Βέβαια, δεν ήταν πάντα τόσο εξυπηρετικές. Όταν παραπονέθηκε στην Άμυς και στην Μπάιρ πως μάλλον ήταν άρρωστη, επειδή ένιωθε πως ο Ραντ αλ'Θόρ είχε ένα κομμάτι του εαυτού της μαζί του, αυτές είχαν πέσει κάτω από τα γέλια. Θα μάθεις, της είπαν χαχανίζοντας ακόμα. Θα είχες μάθει πιο νωρίς, αν μεγάλωνες φορώντας φούστες. Δες κι ήθελε να κάνει κάτι άλλο στη ζωή της εκτός από το να είναι Κόρη και να παραβγαίνει με τις υπόλοιπες αδελφές της στη λόγχη. Ίσως κι η Ηλαίην να ένιωθε την ίδια κενότητα. Η αναφορά του ονόματός του έμοιαζε να γεμίζει, αλλά και να μεγαλώνει ταυτόχρονα το κενό αυτό.
Για λίγα λεπτά, άκουγε μια οχλαγωγία γύρω της, όμως τώρα ξεχώριζε και τις λέξεις.
«...τα σκουλαρίκια σου έλειπαν, μπούφε!» Η Νυνάβε κουνούσε τη γροθιά της σε έναν μαυριδερό τύπο, που την κοίταζε από την ψηλότερη πλευρά του πλοίου. Έμοιαζε ήρεμος, μα, ούτως ή άλλως, δεν μπορούσε να διακρίνει τη λάμψη του σαϊντάρ που την κύκλωνε. «Δεν ενδιαφερόμαστε για το δώρο του ταξιδιού, οπότε δεν έχει σημασία αν το αρνείσαι σε μια Άες Σεντάι! Ρίξε τη σκάλα αυτήν τη στιγμή!» Οι κωπηλάτες σοβάρεψαν απότομα. Προφανώς, δεν είχαν προσέξει τα δαχτυλίδια με το Μέγα Ερπετό στην πέτρινη προβλήτα προηγουμένως και δεν φαίνονταν διόλου ευχαριστημένοι, μαθαίνοντας ότι στο πλοίο υπήρχαν Άες Σεντάι.
«Ωχ, όχι», αναστέναξε η Ηλαίην. «Κάτι πρέπει να κάνω γι' αυτό, Αβιέντα. Αλλιώς το πρωινό πήγε χαμένο, ίσα-ίσα για να βγάλει η Νυνάβε τον χυλό από τα σωθικά της». Γλιστρώντας κατά μήκος του καταστρώματος -η Αβιέντα ήταν περήφανη που γνώριζε την ορολογία για τα τμήματα και τα αντικείμενα των πλωτών μέσων- η Ηλαίην απευθύνθηκε στον άντρα που βρισκόταν πάνω στο πλοίο. «Είμαι η Ηλαίην Τράκαντ, Κόρη-Διάδοχος του Άντορ κι Άες Σεντάι του Πράσινου Άτζα. Η σύντροφός μου λέει την αλήθεια. Δεν αναζητούμε το δώρο του ταξιδιού. Πρέπει, όμως, να μιλήσουμε με την Ανεμοσκόπο σου για ένα θέμα υψίστης σημασίας. Πες της πως γνωρίζουμε σχετικά με την Ύφανση των Ανέμων, όπως επίσης και για τις Ανεμοσκόπους».
Ο άντρας την κοίταξε για λίγο συνοφρυωμένος κι έπειτα εξαφανίστηκε δίχως λέξη.
«Η γυναίκα θα νομίζει πως θέλεις να της αποκαλύψεις μυστικά», μουρμούρισε η Νυνάβε ρίχνοντας τον μανδύα στους ώμους της και δένοντας με βιαστικές κινήσεις τα κορδόνια. «Ξέρεις πόσο φοβούνται μήπως οι Άες Σεντάι τούς τσουβαλιάσουν όλους στον Πύργο, αν μαθευτεί ότι οι περισσότεροι διαθέτουν την ικανότητα της διαβίβασης. Μόνο μια ηλίθια θα μπορούσε να πιστεύει ότι είναι ικανή να απειλήσει κόσμο, Ηλαίην, και να πετύχει τους σκοπούς της».
Η Αβιέντα ξέσπασε σε γέλια. Από το ξαφνιασμένο βλέμμα που της έριξε η Νυνάβε, ήταν προφανές πως δεν αντιλήφθηκε το αστείο της. Τα χείλη της Ηλαίην έτρεμαν, όσο κι αν προσπαθούσε να καλμάρει. Ποτέ δεν μπορούσες να είσαι σίγουρος για την αίσθηση χιούμορ των υδροβίων. Αστεία πράγματα τους φαίνονταν παράξενα και, συνήθως, έχαναν την ουσία.