Είτε η Ανεμοσκόπος ένιωθε απειλημένη είτε όχι, από τη στιγμή που η Ηλαίην είχε πληρώσει τους βαρκάρηδες και τους είχε επιστήσει την προσοχή να περιμένουν μέχρι να επιστρέψει μαζί με τις άλλες -ενώ η Νυνάβε γκρίνιαζε για το ποσό και τους έλεγε πως θα τους κανόνιζε για τα καλά, αν τυχόν έφευγαν, κάτι που προκαλούσε ακατάσχετο γέλιο στην Αβιέντα — φαίνεται πως είχε ληφθεί η απόφαση να τους επιτραπεί η πρόσβαση. Αντί για σκάλα κατέβασαν μια επίπεδη σανίδα. Τα δύο σχοινιά όπου κρεμόταν έγιναν ένα, που έφτανε μέχρι ένα χοντρό μαδέρι που εξείχε από τα πλευρά ενός καταρτιού. Η Νυνάβε κάθισε στην άκρη, προειδοποιώντας τους άντρες του πληρώματος πως, αν τολμούσαν να κοιτάξουν κάτω από τη φούστα της, οι συνέπειες θα ήταν φριχτές. Η Ηλαίην κοκκίνισε και κράτησε τη δικιά της σφιχτά γύρω από τα πόδια της, καμπουριάζοντας με τέτοιον τρόπο, ώστε έμοιαζε έτοιμη να πέσει με τα μούτρα στο νερό. Ταλαντεύτηκε στον αέρα και τελικά χάθηκε στο εσωτερικό του πλοίου. Ένας από τους άντρες κοίταξε ψηλά και δέχτηκε μια μπουνιά στη μύτη από την Μπιργκίτε. Το σίγουρο ήταν πως δεν παρακολουθούσαν την ανάβαση της ίδιας.
Το ζωσμένο μαχαίρι της Αβιέντα ήταν μικρό. Η λάμα του δεν έφτανε ούτε το μισό πόδι σε μήκος, αλλά οι κωπηλάτες την αγριοκοίταξαν ανήσυχα μόλις το τράβηξε. Το χέρι της στράφηκε πίσω κι αυτοί σωριάστηκαν στο κατάστρωμα, καθώς το μαχαίρι στριφογύρισε στον αέρα, πάνω από τα κεφάλια τους, και καρφώθηκε με έναν πνιχτό ήχο στον χοντρό ξύλινο πάσσαλο της πλώρης. Τυλίγοντας τον μανδύα γύρω από τα μπράτσα της σαν εσάρπα, τράβηξε τον ποδόγυρο πάνω από τα γόνατά της, έτσι ώστε να μπορεί να περάσει πάνω από τα κουπιά και να ξαναπάρει το μαχαίρι της. Κατόπιν, πήρε θέση στην ταλαντευόμενη σανίδα χωρίς να θηκαρώσει τη λάμα της. Για κάποιον λόγο οι δύο άντρες αντάλλαξαν έκπληκτες ματιές, αλλά χαμήλωσαν το βλέμμα καθώς η γυναίκα άρχισε να ανεβαίνει. Μάλλον είχε αρχίσει να μαθαίνει τα έθιμα των υδροβίων.
Μόλις η σανίδα ακούμπησε στο κατάστρωμα του τεράστιου πλοίου, έμεινε με το στόμα ανοιχτό, σχεδόν ξεχνώντας να σηκωθεί από το στενό κάθισμα. Είχε διαβάσει σχετικά με τους Άθα'αν Μιέρε, αλλά το να διαβάζεις για κάτι και να το βλέπεις με τα ίδια σου τα μάτια ήταν εξίσου διαφορετικό με το να διαβάζεις για το θαλασσινό νερό και να το γεύεσαι. Κατ' αρχάς, όλοι ήταν μελαψοί, πολύ πιο μελαψοί από τους Εμπουνταρινούς, ακόμα κι από τους περισσότερους Δακρυνούς, με ίσια μαύρα μαλλιά, μαυρομάτηδες και με χέρια γεμάτα τατουάζ. Γυμνόστηθοι και ξυπόλυτοι, με γυαλιστερά στενά ζωνάρια που συγκρατούσαν τα φουσκωτά παντελόνια τους, φτιαγμένα από κάποιο σκοτεινόχρωμο ύφασμα που έμοιαζε λαδωμένο. Οι γυναίκες φορούσαν μπλούζες με γυαλιστερά χρώματα, όπως και τα ζωνάρια τους, και κινούνταν λικνιστικά γλιστρώντας με χάρη καθώς το πλοίο κλυδωνιζόταν. Σύμφωνα με όσα είχε διαβάσει, οι γυναίκες των Θαλασσινών είχαν πολύ ασυνήθιστα έθιμα σχετικά με τους άντρες. Για παράδειγμα, χόρευαν ντυμένες μονάχα με ένα μαντίλι κι ακόμα χειρότερα, αλλά τα σκουλαρίκια ήταν αυτά που της τράβηξαν την προσοχή. Οι περισσότερες είχαν τρία ή τέσσερα, φτιαγμένα συχνά από στιλβωμένες πέτρες, ενώ μερικές είχαν έναν μικρό κρίκο περασμένο στο ένα τους ρουθούνι! Το ίδιο κι οι άντρες, όσον αφορούσε στα σκουλαρίκια τουλάχιστον. Μάλιστα, πολλοί είχαν χρυσά κι ασημένια περιδέραια περασμένα γύρω από τους λαιμούς τους. Οι άντρες! Ναι, ήταν αλήθεια πως μερικοί υδρόβιοι φορούσαν κρίκους στα αυτιά τους —όπως και κάποιοι Εμπουνταρινοί— αλλά τόσο πολλοί! Και περιδέραια! Όντως, είχαν περίεργες συνήθειες. Απ' ό,τι είχε διαβάσει, οι Θαλασσινοί δεν εγκατέλειπαν ποτέ τα πλοία τους -ποτέ- και πιθανότατα έτρωγαν τους νεκρούς τους. Δεν είχε σταθεί δυνατό να διασταυρώσει αυτήν την πληροφορία, αλλά, αν οι άντρες φορούσαν περιδέραια, ποιος ξέρει τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν;
Η γυναίκα που ήρθε να τους συναντήσει φορούσε φαρδιά παντελόνια, μπλούζα και ζωνάρι όπως οι υπόλοιπες, μόνο που αυτής ήταν από χρυσοποίκιλτο μετάξι, ενώ στο ζωνάρι υπήρχαν περίπλοκοι κόμποι κι η μία του άκρη έφτανε μέχρι τα γόνατά της. Ένα από τα περιδέραιά της είχε ένα μικρό χρυσαφένιο κουτάκι, περίτεχνα διάτρητο. Η γυναίκα απέπνεε μια γλυκερή μοσχοβολιά. Έντονες γκριζωπές ρίγες διέτρεχαν τα μαλλιά της κι η έκφρασή της ήταν σοβαρή. Πέντε μικροί και χοντροί χρυσοί κρίκοι στόλιζαν το κάθε της αυτί και μια κομψή αλυσίδα συνέδεε το ένα αυτί με έναν παρόμοιο κρίκο στη μύτη της. Μικροσκοπικά μενταγιόν από καλογυαλισμένο χρυσάφι, που κρέμονταν από την αλυσίδα, άστραφταν στο ηλιόφως, καθώς η γυναίκα κοίταζε εξεταστικά τις άλλες.