Выбрать главу

Η Αβιέντα απομάκρυνε το χέρι από τη μύτη της -μα δεν ήταν ενοχλητική αυτή η αλυσίδα;- και μόλις που συγκρατήθηκε για να μη γελάσει. Τα έθιμα των υδροβίων ήταν πέρα για πέρα παράξενα, κι οι Θαλασσινοί το επιβεβαίωναν επάξια.

«Είμαι η Μαλίν ντιν Τόραλ Ορμητικό Κύμα», είπε η γυναίκα. «Κυρά των Κυμάτων της Φατρίας Σόμαριν και Κυρά των Πανιών του Ανεμοδρομέα». Η Κυρά των Κυμάτων ήταν σημαντικός τίτλος, κάτι σαν αρχηγός φυλής, ωστόσο έμοιαζε μπερδεμένη κοιτώντας πότε τη μία και πότε την άλλη, μέχρι που το βλέμμα της έπεσε στα δαχτυλίδια με το Μέγα Ερπετό που φορούσαν η Ηλαίην κι η Νυνάβε. Άφησε έναν αναστεναγμό που υποδήλωνε παραίτηση. «Έρχεσαι μαζί μου, αν δεν σε πειράζει, Άες Σεντάι;» είπε στη Νυνάβε.

Το πίσω μέρος του πλοίου ήταν ανασηκωμένο κι η γυναίκα την οδήγησε στο εσωτερικό από μια πόρτα. Κατόπιν, προχώρησαν σε έναν διάδρομο και βρέθηκαν σε ένα μεγάλο δωμάτιο -μια καμπίνα- με χαμηλή οροφή. Η Αβιέντα αμφέβαλλε αν ο Ραντ αλ'Θόρ θα μπορούσε να σταθεί όρθιος κάτω από αυτά τα παχιά δοκάρια. Εκτός από μερικά λουστραρισμένα σεντούκια, τα πάντα έμοιαζαν εντοιχισμένα· τα ερμάρια σε όλο το πλάτος και το μακρόστενο τραπέζι, που καταλάμβανε το μισό δωμάτιο μαζί με τις πολυθρόνες ολόγυρά του. Δύσκολα μπορούσε να φανταστεί ότι κάτι τόσο ευμέγεθες όσο αυτό εδώ το πλοίο ήταν κατασκευασμένο από ξύλο. Παρ' όλο που είχε περάσει κάμποσο καιρό στις υδατοχώρες, η όψη και μόνο όλου αυτού του λουστραρισμένου ξύλου τής έκοβε την ανάσα. Έλαμπε όπως οι επιχρυσωμένες λάμπες που κρέμονταν σβηστές από κάποιο είδος εσοχής, ώστε να στέκονται όρθιες όταν το πλοίο ταρακουνιόταν από τα κύματα. Στην πραγματικότητα, το πλοίο δεν έμοιαζε να κινείται καθόλου, συγκριτικά τουλάχιστον με τη βάρκα τους. Δυστυχώς, όμως, το πίσω μέρος της καμπίνας αποτελούνταν από μια σειρά παράθυρα με βαμμένα κι επίχρυσα παντζούρια που ήταν ορθάνοικτα, φανερώνοντας μια πανοραμική θέα του κόλπου. Και το χειρότερο, πουθενά δεν φαινόταν στεριά. Πουθενά! Αισθάνθηκε έναν κόμπο στον λαιμό της. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Ήταν αδύνατον να ουρλιάξει, αν και το ήθελε απεγνωσμένα.

Εκείνα τα παράθυρα, όπως κι η θέα που φανέρωναν -ή που, μάλλον, δεν φανέρωναν- της είχαν τραβήξει την προσοχή τόσο γρήγορα, ώστε της πήρε κάμποση ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσει πως είχε μαζευτεί κόσμος. Θαύμα! Αν ήθελαν, θα μπορούσαν να την έχουν σκοτώσει προτού καλά-καλά το καταλάβει. Όχι ότι έδειχναν σημάδια εχθρότητας, αλλά ποτέ δεν μπορούσες να είσαι σίγουρος με αυτούς.

Ένας ψηλόλιγνος γέρος με βαθουλωτά μάτια καθόταν με την άνεσή του πάνω σε ένα από τα σεντούκια. Οι ελάχιστες τρίχες που είχαν απομείνει στο κεφάλι του ήταν άσπρες και το μαυριδερό του πρόσωπο φιλικό, μολονότι μια ντουζίνα σκουλαρίκια και μερικές χοντρές χρυσές αλυσίδες γύρω από τον λαιμό του αλλοίωναν τη μορφή του στα μάτια της. Όπως κι οι υπόλοιποι άντρες επάνω, ήταν επίσης ξυπόλυτος και γυμνόστηθος. Τα παντελόνια του ήταν φτιαγμένα από σκούρο μπλε μετάξι και το μακρύ του ζωνάρι ήταν κόκκινο της φωτιάς. Όπως παρατήρησε με περιφρόνηση η Αβιέντα, στο ζωνάρι ήταν περασμένο ένα ξίφος με φιλντισένια λαβή και δύο εγχειρίδια με κυρτή λάμα.

Η λεπτοκαμωμένη όμορφη γυναίκα με τα σταυρωμένα χέρια και τη βλοσυρή προφητική ματιά ήταν περισσότερο άξια προσοχής. Φορούσε μονάχα τέσσερα σκουλαρίκια στο κάθε αυτί και λιγότερα μενταγιόν στην αλυσίδα της από τη Μαλίν ντιν Τόραλ, ενώ η φορεσιά της ήταν φτιαγμένη από κιτρινοκόκκινο μετάξι. Μπορούσε να διαβιβάσει· η Αβιέντα το κατάλαβε αμέσως, επειδή βρισκόταν πολύ κοντά. Θα πρέπει να ήταν η γυναίκα που έψαχναν, η Ανεμοσκόπος. Ωστόσο, άλλη ήταν εκείνη που αιχμαλώτισε το βλέμμα της Αβιέντα. Όπως και της Ηλαίην και της Νυνάβε, ακόμα και της Μπιργκίτε.

Η γυναίκα που είχε σηκώσει τα μάτια της από έναν ξετυλιγμένο χάρτη πάνω στο τραπέζι ίσως ήταν εξίσου ηλικιωμένη με τον άντρα, κρίνοντας από τα άσπρα της μαλλιά. Κοντή, στο ύψος περίπου της Νυνάβε, έδινε την εντύπωση ότι κάποτε ήταν γεροδεμένη, όμως είχε αρχίσει να παχαίνει. Το σαγόνι της, ωστόσο, ήταν πεταχτό σαν σφυρί και τα μαύρα της μάτια αποκάλυπταν ευφυΐα και δύναμη. Όχι τη Μία Δύναμη, αλλά τη δυναμική εξουσία, την αίσθηση ότι όλοι υπάκουαν στις προσταγές της. Τα παντελόνια της ήταν από χρυσοκέντητο πράσινο μετάξι, η μπλούζα της γαλάζια και το ζωνάρι της κόκκινο, όπως του άντρα. Το μαχαίρι με την καλοφτιαγμένη λάμα βρισκόταν μέσα σε ένα επίχρυσο θηκάρι, πιασμένο πίσω από το ζωνάρι, κι είχε ένα στρογγυλό σφαίρωμα καλυμμένο με κόκκινους και πράσινους πολύτιμους λίθους. Ζαφείρια και σμαράγδια, σκέφτηκε η Αβιέντα. Διπλάσια μενταγιόν από εκείνα της Μαλίν ντιν Τόραλ κρέμονταν από την αλυσίδα της μύτης της, ενώ μια άλλη λεπτότερη χρυσή αλυσίδα συνέδεε τους έξι κρίκους σε καθένα από τα αυτιά της. Η Αβιέντα μετά βίας κατάφερε να μην ξαναβάλει το χέρι της στη δική της μύτη.