Δίχως να πει λέξη, η ασπρομάλλα γυναίκα πήγε και στάθηκε μπροστά στη Νυνάβε, εξετάζοντάς την ευθαρσώς από την κορυφή μέχρι τα νύχια, κοιτώντας συνοφρυωμένη το πρόσωπό της και το δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό στο δεξί της χέρι. Δεν στάθηκε περισσότερο· με ένα γρύλισμα, απομακρύνθηκε από το αναστατωμένο αντικείμενο της μελέτης της, αρχίζοντας να εξετάζει το ίδιο γρήγορα, έντονα κι εξονυχιστικά την Ηλαίην και κατόπιν την Μπιργκίτε. Στο τέλος, μίλησε. «Δεν είσαι Άες Σεντάι». Η φωνή της είχε τη χροιά ογκόλιθων που καταρρέουν.
«Στους εννέα ανέμους και στη γενειάδα του Ανεμοκομιστή, ορκίζομαι ότι δεν είμαι», αποκρίθηκε η Μπιργκίτε. Μερικές φορές έλεγε πράγματα που δεν τα καταλάβαιναν ούτε η Ηλαίην ούτε η Νυνάβε, αλλά η ασπρομάλλα αναπήδησε απότομα σαν να ξαφνιάστηκε, και την κοίταξε για αρκετή ώρα πριν στρέψει το συνοφρυωμένο της βλέμμα στην Αβιέντα.
«Ούτε εσύ είσαι Άες Σεντάι», είπε με τραχιά φωνή, αφού την εξέτασε.
Η Αβιέντα σφίχτηκε, σαν να ένιωθε τη γυναίκα να σκαλίζει μέσα από τα ρούχα της και να τη στριφογυρίζει, για να την κοιτάξει καλύτερα. «Ονομάζομαι Αβιέντα, της σέπτας των Εννέα Κοιλάδων του Τάαρνταντ Άελ».
Η γυναίκα φάνηκε να ξαφνιάζεται περισσότερο απ' ό,τι με την Μπιργκίτε, και τα μαύρα της μάτια γούρλωσαν. «Δεν είσαι ντυμένη όπως θα περίμενα, νεαρή», ήταν το μόνο που είπε. Κατόπιν, κίνησε προς την απέναντι άκρη του τραπεζιού, όπου ακούμπησε τις γροθιές πάνω στους γοφούς της και τις κοίταξε ξανά όλες διερευνητικά, λες κι είχε μπροστά της κάποιο παράξενο ζώο που δεν είχε ξαναντικρίσει. «Είμαι η Νέστα ντιν Ρέας Δύο Σελήνες», είπε τελικά, «Κυρά των Πλοίων των Άθα'αν Μιέρε. Πώς γνωρίζετε όσα γνωρίζετε;»
Η Νυνάβε ήταν κατσουφιασμένη από τη στιγμή που η άλλη γυναίκα την κοίταξε για πρώτη φορά, και της μίλησε κοφτά. «Οι Άες Σεντάι γνωρίζουν όσα πρέπει να γνωρίζουν. Κι, εν πάση περιπτώσει, περιμένουμε καλύτερη συμπεριφορά από δω κι εμπρός! Την τελευταία φορά που βρέθηκα πάνω σε πλοίο των Θαλασσινών, τα πράγματα ήταν καλύτερα. Ίσως πρέπει να βρούμε κάποιο άλλο, όπου οι άνθρωποι δεν θα στάζουν φαρμάκι». Το πρόσωπο της Νέστα ντιν Ρέας σκοτείνιασε, αλλά φυσικά η Ηλαίην παρενέβη, βγάζοντας τον μανδύα της κι αφήνοντάς τον σε στην άκρη του τραπεζιού.
«Είθε το Φως να φωτίζει εσένα και τα σκάφη σου, Κυρά των Πλοίων, κι είθε οι άνεμοι να είναι ούριοι στα πανιά σας». Υποκλίθηκε βαθιά και συγκρατημένα. Η Αβιέντα είχε φτάσει στο σημείο να εκτιμά αυτές τις κινήσεις, παρ' όλο που θεωρούσε πως ήταν ό,τι πιο άχαρο μπορούσε να κάνει ποτέ μια γυναίκα. «Συγχώρεσέ μας, αν άθελά μας ξεστομίσαμε επιπόλαια λόγια. Δεν έχουμε καμία απολύτως πρόθεση να φανούμε ασεβείς απέναντι σε μία γυναίκα που επέχει ρόλο βασίλισσας ανάμεσα στους Άθα'αν Μιέρε». Η τελευταία της φράση συνοδεύτηκε από μια ματιά γεμάτη νόημα προς τη Νυνάβε. Εκείνη απλώς ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.
Η Ηλαίην σύστησε ξανά εαυτόν, όπως και τις υπόλοιπες, κι οι επακόλουθες αντιδράσεις ήταν παράξενες. Το ότι η ίδια ήταν Κόρη-Διάδοχος δεν προκάλεσε καμία αίσθηση, παρ' όλο που ο τίτλος ήταν σημαντικός για τους υδροβίους. Το ότι ανήκε στο Πράσινο Άτζα κι η Νυνάβε στο Κίτρινο αντιμετωπίστηκε με ρουθουνίσματα εκ μέρους της Νέστα ντιν Ρέας και με κοφτές ματιές από τον κάτισχνο ηλικιωμένο άντρα. Η Ηλαίην βλεφάρισε κι έμεινε για λίγο σαν αποσβολωμένη, αλλά συνέχισε σε ήρεμο τόνο. «Έχουμε έρθει εδώ για δύο λόγους. Ο ελάσσων είναι να μάθουμε με ποιον τρόπο σκοπεύετε να υποστηρίξετε τον Αναγεννημένο Δράκοντα, τον οποίο, σύμφωνα με την Προφητεία Τζεντάι, αποκαλείτε Κοραμούρ. Ο μείζων είναι να ζητήσουμε τη βοήθεια της Ανεμοσκόπου αυτού του πλοίου, το όνομα της οποίας», πρόσθεσε ευγενικά, «δεν έχω την τιμή να γνωρίζω».
Η λεπτοκαμωμένη γυναίκα με την ικανότητα της διαβίβασης αναψοκοκκίνισε. «Είμαι η Ντορίλε ντιν Έιραν Μακρύ Φτερό, Άες Σεντάι. Μπορώ να βοηθήσω, αν ευαρεστείται το Φως».
Η Μαλίν ντιν Τόραλ έμοιαζε σαστισμένη. «Το πλοίο μου σας καλωσορίζει», μουρμούρισε, «κι η χάρη του Φωτός ας είναι μαζί σας μέχρι να αναχωρήσετε από αυτό το κατάστρωμα».
Η αντίδραση της Νέστα ντιν Ρέας, όμως, ήταν διαφορετική. «Η Συμφωνία έχει γίνει με τον Κοραμούρ», είπε με σκληρή φωνή κι έκανε μια κοφτή χειρονομία. «Οι κάτοικοι των ακτών δεν έχουν καμία συμμετοχή σε αυτό πέραν τού ότι θα αναγγείλουν τον ερχομό του. Εσύ, η μικρή, η Νυνάβε. Ποιο πλοίο σού έδωσε το δώρο του ταξιδιού; Ποια ήταν η Ανεμοσκόπος του;»
«Δεν μπορώ να θυμηθώ». Ο αεράτος τόνος στη φωνή της Νυνάβε ήταν παράταιρος με το πέτρινο χαμόγελο που είχε χαραχτεί στα χείλη της. Ήταν έτοιμη να ξεριζώσει την πλεξούδα της από τον εκνευρισμό, όμως -αν μη τι άλλο- δεν είχε αγκαλιάσει ξανά το σαϊντάρ. «Λέγομαι Νυνάβε Σεντάι, Νυνάβε Άες Σεντάι, κι όχι "μικρή"».