Στην απέναντι μεριά του τραπεζιού, η Νέστα ντιν Ρέας ύψωσε τη φωνή της για μια στιγμή. «...εσύ ήρθες σε μένα, όχι εγώ σε σένα. Αυτό αποτελεί τη βάση για να καταλήξουμε σε συμφωνία, ανεξάρτητα από το αν είσαι Άες Σεντάι».
Ο Μπάροκ γλίστρησε στο δωμάτιο και σταμάτησε ανάμεσα στην Αβιέντα και την Μπιργκίτε. «Φαίνεται πως η βαρκούλα σας αναχώρησε μόλις αποβιβαστήκατε, αλλά μην ανησυχείτε. Ο Ανεμοδρομέας έχει κάμποσες βάρκες, για να σας βγάλουν στην ακτή». Προχώρησε στο εσωτερικό της καμπίνας, πήρε ένα κάθισμα και κάθισε λίγο πιο πέρα από την Ηλαίην και τη Νυνάβε. Όποια και να μιλούσε, μπορούσε να την παρατηρεί χωρίς να τραβάει την προσοχή. Είχαν χάσει το πλεονέκτημα, κάτι που χρειάζονταν οπωσδήποτε. «Η συμφωνία, φυσικά, θα γίνει με τους δικούς μας όρους», είπε ο άντρας. Ο τόνος της φωνής του έδειχνε πως δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, ενώ η Κυρά των Πλοίων κοιτούσε την Ηλαίην και τη Νυνάβε σαν να έβλεπε δύο γίδες έτοιμες για σφαγή. Το χαμόγελο του Μπάροκ ήταν σχεδόν πατρικό. «Αυτός που ζητάει πρέπει να πληρώσει περισσότερα».
«Σίγουρα έχετε ζήσει ανάμεσά μας, εφ' όσον γνωρίζετε αυτούς τους αρχαίους όρκους», επέμεινε η Μαλίν ντιν Τόραλ.
«Είσαι καλά, Αβιέντα;» ρώτησε η Ντόριλ ντιν Έιραν. «Ακόμα κι εδώ, το κούνημα του πλοίου επηρεάζει μερικές φορές τους στεριανούς, έτσι δεν είναι; Μήπως οι ερωτήσεις μου είναι προσβλητικές; Πες μου, λοιπόν. Όντως οι Αελίτισσες δένουν τον άντρα πριν... δηλαδή, πριν αυτή κι αυτός... Εννοώ...» Ένα αδύναμο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της κι αναψοκοκκίνισε. «Υπάρχουν κι άλλες Αελίτισσες εξίσου ισχυρές με σένα στη Μία Δύναμη;»
Δεν ήταν η αδιακρισία της Ανεμοσκόπου που είχε κάνει το πρόσωπο της Αβιέντα να χλωμιάσει, ή ότι η Μπιργκίτε έμοιαζε έτοιμη να το βάλει στα πόδια μόλις κατάφερνε να ελευθερωθεί από τον βραχίονα του καθίσματος, ή ότι η Νυνάβε με την Ηλαίην συνειδητοποιούσαν ξαφνικά ότι δεν ήταν παρά δύο μικρά κοριτσάκια στο παζάρι, στα χέρια έμπειρων εμπόρων. Όλες θα κατηγορούσαν την ίδια και θα είχαν απόλυτο δίκιο. Αυτή τους είχε προτείνει να εξασφαλίσουν την υποστήριξη των Θαλασσινών γυναικών, στην περίπτωση που δεν θα μπορούσαν να πάνε εύκολα το τερ'ανγκριάλ πίσω -αν το έβρισκαν φυσικά· στην Εγκουέν και στις υπόλοιπες Άες Σεντάι. Δεν ήταν δυνατόν να χαθεί κι άλλος χρόνος περιμένοντας την Εγκουέν αλ'Βέρ να τους πει ότι μπορούσαν να επιστρέψουν. Θα την κατηγορούσαν, κι η ίδια θα εκτελούσε το τοχ της. Θυμήθηκε, όμως, τις βάρκες που είχε δει στην προβλήτα, αναποδογυρισμένες η μία πάνω στην άλλη. Βάρκες χωρίς σκέπαστρο. Ναι, μπορούσαν να την κατηγορήσουν, αλλά, όποιο κι αν ήταν το χρέος της, θα το πλήρωνε στο χιλιαπλάσιο και μάλιστα ντροπιασμένη, από τη στιγμή που θα είχε να διασχίσει εφτά ή οκτώ μίλια νερού με ανοικτό σκάφος.
«Μήπως έχεις κανέναν κουβά;» ρώτησε αδύναμα την Ανεμοσκόπο.
14
Λευκά Λοφία
Η Ασημένια Τροχιά είχε εντελώς ακατάλληλο όνομα με μια πρώτη ματιά, αλλά στο Έμπου Νταρ τα πομπώδη ονόματα ήταν δημοφιλή και, μερικές φορές, φαίνεται πως όσο πιο άσχετα ήταν, τόσο καλύτερα. Η πιο μίζερη ταβέρνα που είχε δει ο Ματ σε ολόκληρη την πόλη, που βρωμοκοπούσε σάπιο ψάρι, ονομαζόταν Το Λαμπερό Κλέος της Βασίλισσας, ενώ το Χρυσό Στέμμα του Ουρανού στόλιζε μια σκοτεινιασμένη τρύπα στην απέναντι μεριά του ποταμού στο Ράχαντ. Μονάχα μια γαλάζια πόρτα υπεδείκνυε το σημείο που βρισκόταν. Σκούρες κηλίδες από παλαιότερους καυγάδες πιτσίλιζαν το βρωμερό πάτωμα. Η Ασημένια Τροχιά ήταν κατάλληλη για στοιχήματα ιπποδρομίας.
Έβγαλε το καπέλο του κι έκανε αέρα με το πλατύ γείσο. Κατόπιν, χαλάρωσε το μαύρο μεταξωτό μαντίλι που φορούσε για να κρύβει την πληγή στον λαιμό του. Ο πρωινός αέρας τρεμούλιαζε ήδη από τη ζέστη, ωστόσο τα πλήθη στριμώχνονταν στις μακρόστενες λασπερές όχθες που διέτρεχαν τα πλευρά του ποταμού κι όπου τα άλογα έτρεχαν πάνω κάτω. Αυτή ήταν όλη κι όλη η Ασημένια Τροχιά. Η οχλαγωγία έπνιγε σχεδόν τις κραυγές των γλάρων που πετούσαν ψηλά. Δεν υπήρχε κανένα φορτίο για να προσέχουν, έτσι οι αλατωρύχοι με τις λευκές στολές της συντεχνίας τους κι οι λιπόσαρκοι αγρότες που είχαν ξεφύγει από τους Δρακορκισμένους στα ενδότερα βρίσκονταν κοντά-κοντά σε ρακένδυτους Ταραμπονέζους με διάφανα μαντίλια πάνω από τα πυκνά τους μουστάκια, υφάντρες με κάθετα ριγωτά γιλέκα, τυπογράφους με οριζόντιες ραβδώσεις στα ρούχα τους και βαφείς με χέρια λερωμένα ως τον αγκώνα. Το μονότονο μαύρο των -κουμπωμένων μέχρι τον λαιμό κι ας ίδρωναν του θανατά— Αμαδισιανών επαρχιωτών στεκόταν δίπλα στα χωριάτικα φορέματα των Μουραντιανών με τις μακριές πολύχρωμες ποδιές -τόσο στενές που μόνο για επίδειξη χρησίμευαν- και σε μια χούφτα χαλκόδερμων Ντομανών, όπου οι άντρες φορούσαν συνήθως κοντά πανωφόρια κι οι γυναίκες μάλλινα ή λινά - τόσο λεπτά που κολλούσαν επάνω τους σαν μετάξι. Υπήρχαν ακόμα μαθητευόμενοι κι εργάτες από τις αποβάθρες και τις αποθήκες, βυρσοδέψες με περισσότερο ελεύθερο χώρο διαθέσιμο λόγω της δυσώδους δουλειάς τους, ενώ παιδάκια με βρώμικα πρόσωπα παρακολουθούσαν από κοντά, μια και μπορούσαν να απλώσουν το χέρι τους και να βουτήξουν οτιδήποτε. Πάντως, οι απλοί εργαζόμενοι δεν είχαν πολύ ασήμι.