«Εμένα μού φαίνεται ότι είναι κάτι περισσότερο από φιγουράτο», γκρίνιαξε ο Ναλέσεν, αλλά δεν έδωσε συνέχεια.
Η καταστιχογράφος βλεφάρισε καθώς ο Ναλέσεν, αναστενάζοντας, έβγαζε το ένα μετά το άλλο τα φουσκωτά πουγκιά από τις παραγεμισμένες τσέπες του πανωφοριού του. Κάποια στιγμή άνοιξε το στόμα της για να διαμαρτυρηθεί, αλλά η Επιφανής και Τιμημένη Συντεχνία των Καταστιχογράφων ισχυριζόταν ότι ανέκαθεν δεχόταν οποιοδήποτε ποσό στοιχημάτιζες. Έβαζαν στοιχήματα ακόμα και με πλοιοκτήτες κι εμπόρους, κατά πόσον ένα πλοίο μπορούσε να βυθιστεί ή οι τιμές να άλλαζαν. Αυτά τα στοιχήματα, βέβαια, τα αναλάμβανε περισσότερο η ίδια η συντεχνία κι όχι οι ανεξάρτητοι καταστιχογράφοι. Το χρυσάφι πήγαινε σε κάποιο από τα σιδηρόδετα θησαυροφυλάκιά της, το οποίο κουβαλούσαν δύο τύποι με μπράτσα χοντρά όσο τα πόδια του Ματ. Οι μπράβοι της, άντρες με σκληρή ματιά και γαμψές μύτες, ντυμένοι με πέτσινα γιλέκα που έκαναν τα μπράτσα τους να φαίνονται ακόμη ογκωδέστερα, κρατούσαν τεράστια ρόπαλα με μπρούντζινη επένδυση. Κάποιος άλλος από τους άντρες τής έδωσε ένα λευκό κουπόνι με ένα γαλάζιο ψάρι αποτυπωμένο λεπτομερώς· κάθε καταστιχογράφος είχε και διαφορετική σφραγίδα. Η γυναίκα έγραψε στην πίσω πλευρά το στοίχημα, το όνομα του αλόγου κι ένα σύμβολο που υπεδείκνυε την κούρσα με ένα λεπτό πινέλο που πήρε από ένα λουστραρισμένο κουτί, το οποίο κρατούσε ένα χαριτωμένο κορίτσι. Λεπτοκαμωμένο και με μεγάλα μαύρα μάτια, το κορίτσι έριξε μια ματιά προς το μέρος του Ματ και του χαμογέλασε αμυδρά. Η γυναίκα με το γωνιώδες πρόσωπο σίγουρα δεν χαμογελούσε. Έκανε ξανά μια υπόκλιση, χαστούκισε ελαφρά το κορίτσι κι απομακρύνθηκε, ψιθυρίζοντας κάτι στον άντρα με τον στύλο, ο οποίος σκέπασε βιαστικά την πλάκα με ένα ύφασμα. Όταν την ύψωσε ξανά, ο Άνεμος βρισκόταν στη λίστα με τις λιγότερες πιθανότητες πρόκρισης. Τρίβοντας το μάγουλό της στα κρυφά, η κοπέλα κοίταξε μουτρωμένη τον Ματ, λες κι επρόκειτο για δικό του λάθος.
«Ελπίζω η τύχη να είναι με το μέρος σου», είπε ο Ναλέσεν, κρατώντας προσεκτικά το κουπόνι για να στεγνώσει το μελάνι. Οι καταστιχογράφοι γίνονταν εύθικτοι, αν έπρεπε να εξαργυρώσουν ένα κουπόνι μουντζουρωμένο από μελάνι, κι οι Εμπουνταρινοί ήταν οι πιο εύθικτοι απ' όλους. «Ξέρω ότι δεν χάνεις συχνά, αλλά, που να καώ, το έχω δει να συμβαίνει. Έχω βάλει στο μάτι μια κοπελιά και θέλω να την πάω στον αποψινό χορό. Μια απλή ράφτρα είναι...» Ήταν ευγενής, όχι ιδιαίτερα κακότροπος, και κάτι τέτοια τού φαίνονταν πολύ σημαντικά. «...αλλά αρκετά χαριτωμένη για να σου στεγνώσει το στόμα. Της αρέσουν τα μπιχλιμπίδια, και μάλιστα τα χρυσά. Της αρέσουν και τα βεγγαλικά -άκουσα πως κάποιοι Φωτοδότες θα οργανώσουν κάτι απόψε, μπορεί να σε ενδιαφέρει- αλλά τα μπιχλιμπίδια είναι αυτά που την κάνουν να χαμογελάει. Αν δεν την καταφέρω να χαμογελάσει, Ματ, δεν θα είναι καθόλου φιλική απέναντί μου».
«Θα τα καταφέρεις», αποκρίθηκε ο Ματ αδιάφορα. Τα άλογα εξακολουθούσαν να κάνουν κύκλους στους στύλους εκκίνησης. Ο Όλβερ κάθισε υπερήφανα στη ράχη του Ανέμου χαμογελώντας τόσο πλατιά, ώστε τα χείλη του άγγιζαν σχεδόν τα αυτιά του. Στις Εμπουνταρινές ιπποδρομίες, όλοι οι αναβάτες ήταν αγόρια· στην ενδοχώρα, χρησιμοποιούσαν κοπέλες. Ο Όλβερ ήταν ο πιο μικροκαμωμένος κι ο ελαφρύτερος, αν και το γκρίζο μακροπόδαρο ζώο δεν είχε ανάγκη απ' αυτό το πλεονέκτημα. «Θα την κάνεις να γελάσει τόσο που να μην μπορεί να σταθεί όρθια». Ο Ναλέσεν τον κοίταξε βλοσυρά, αλλά ο Ματ δεν έδωσε σημασία. Ο τύπος έπρεπε να γνωρίζει πως το χρυσάφι δεν ήταν από τα ζητήματα που απασχολούσαν πολύ τον Ματ. Μπορεί να μην κέρδιζε πάντα, αλλά τις περισσότερες φορές τα κατάφερνε. Το σίγουρο ήταν ότι η τύχη του δεν είχε να κάνει με το αν θα νικούσε ο Άνεμος.
Το χρυσάφι δεν τον πολυενδιέφερε, ενώ με τον Όλβερ συνέβαινε το αντίθετο. Δεν υπήρχε κανένας νόμος που να απαγόρευε στα αγόρια να χρησιμοποιούν τις βίτσες τους εναντίον αλλήλων αντί στα υποζύγια τους. Μέχρι στιγμής, σε κάθε κούρσα ο Άνεμος έμπαινε επικεφαλής και παρέμενε εκεί, αλλά, αν ο Όλβερ τραυματιζόταν -ακόμα και μια μελανιά ήταν αρκετή — ο Ματ δεν θα μάθαινε την κατάληξη. Ούτε από την Κυρά Ανάν, την πανδοχέα, ούτε από τη Νυνάβε, ούτε από την Ηλαίην, την Αβιέντα ή την Μπιργκίτε. Η πάλαι ποτέ Κόρη της Λόγχης κι η περίεργη γυναίκα που είχε δεσμεύσει η Ηλαίην ως Πρόμαχο ήταν οι τελευταίες από τις οποίες θα περίμενε να αναβλύζουν μητρικά αισθήματα· ωστόσο, ήδη είχαν προσπαθήσει να αποσπάσουν το αγόρι από την Περιπλανώμενη Γυναίκα, ερήμην του Ματ, και να το πάνε στο Παλάτι Τάρασιν. Ένα μέρος με τόσο πολλές Άες Σεντάι δεν ήταν το καταλληλότερο για το αγόρι ή και για οποιονδήποτε άλλον. Ένα στραβοπάτημα, όμως, ήταν αρκετό· αντί να μάθαιναν η Μπιργκίτε κι η Αβιέντα πως δεν είχαν καμιά δουλειά με το αγόρι, η Σετάλ Ανάν θα το έπαιρνε από εκεί αυτοπροσώπως. Ο Όλβερ πιθανότατα θα το έριχνε στον ύπνο, αν δεν του επέτρεπαν να ξανασυμμετάσχει σε ιπποδρομίες, αλλά οι γυναίκες δεν τα καταλάβαιναν αυτά τα πράγματα. Για χιλιοστή φορά, ο Ματ καταράστηκε τον Ναλέσεν επειδή έβαλε στα μουλωχτά τον Όλβερ και τον Άνεμο σε εκείνες τις πρώτες κούρσες. Βέβαια, έπρεπε να βρουν κάτι να περάσουν την ώρα τους, αλλά θα μπορούσαν να απασχοληθούν κάπως αλλιώς. Το να κλέβουν πουγκιά δεν θα φάνταζε χειρότερο στα μάτια των γυναικών.