Выбрать главу

«Να ο ληστοκυνηγός», είπε ο Ναλέσεν, χώνοντας το κουπόνι στο πανωφόρι του. Δεν τόλμησε ούτε να καγχάσει. «Μέχρι στιγμής μόνο καλό έχει κάνει, αλλά ίσως θα ήταν καλύτερο να είχαμε φέρει άλλους πενήντα στρατιώτες».

Ο Τζούιλιν πέρασε μέσα από το πλήθος με βήμα αποφασιστικό. Ο μαυριδερός σκληρός άντρας χρησιμοποιούσε μια λεπτοκαμωμένη ράβδο από μπαμπού, ψηλή όσο κι ο ίδιος, ως μαγκούρα πεζοπορίας. Φορούσε μια κόκκινη Ταραμπονέζικη τραγιάσκα με κωνική κι επίπεδη κορυφή, κι ένα απέριττο πανωφόρι, σφιχτό στη μέση και φαρδύ λίγο πιο πάνω από τις μπότες του, κάπως φθαρμένο κι όχι απ' αυτά που θα επέλεγε ένας πλούσιος. Κανονικά, δεν θα του επιτρεπόταν να βρίσκεται κάτω από το πλέγμα, αλλά βρήκε τον τρόπο για να περιεργαστεί εξονυχιστικά τα άλογα. Έβγαλε επιδεικτικά ένα διόλου ευκαταφρόνητο νόμισμα και το έκανε να αναπηδήσει στην παλάμη του. Αρκετοί από τους φρουρούς των καταστιχογράφων τού έριχναν ύποπτες ματιές, αλλά η χρυσή κορώνα τού επέτρεψε την είσοδο.

«Λοιπόν;» είπε ξινά ο Ματ, τραβώντας χαμηλά το καπέλο του μόλις ο ληστοκυνηγός τον πλησίασε. «Όχι, άσε με να μαντέψω. Το έσκασαν ξανά από το παλάτι. Και πάλι κανείς δεν τις πρόσεξε, και πάλι κανείς δεν έχει την παραμικρή ιδέα πού βρίσκονται».

Ο Τζούιλιν τοποθέτησε προσεκτικά το νόμισμα στην τσέπη του πανωφοριού του. Δεν είχε πρόθεση να βάλει κανένα στοίχημα· προτιμούσε να αποταμιεύει όποιο ποσό έπεφτε στα χέρια του. «Πήραν κι οι τέσσερις μια σκεπαστή άμαξα από το παλάτι κι έφτασαν στην προβλήτα, όπου και νοίκιασαν μια βάρκα. Ο Θομ νοίκιασε κι αυτός μία, για να τις ακολουθήσει και να δει πού πηγαίνουν. Πάντως, όχι σε κάποιο σκοτεινό και δυσάρεστο μέρος, κρίνοντας από τα ρούχα τους. Είναι αλήθεια, όμως, πως οι ευγενείς φορούν μετάξια για να κυλιστούν στον βούρκο». Έριξε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο στον Ναλέσεν, ο οποίος σταύρωσε τα χέρια του και προσποιήθηκε ότι ήταν συγκεντρωμένος στα άλογα. Το χαμόγελο δεν ήταν παρά ένα απλό γύμνωμα των δοντιών. Ήταν κι οι δυο τους Δακρυνοί, αλλά το χάσμα ανάμεσα στους ευγενείς και τους μικροαστούς ήταν μεγάλο στο Δάκρυ, κι υπήρχε μια αμοιβαία αντιπάθεια.

«Γυναίκες!» Κάμποσες καλοντυμένες εκπρόσωποι του φύλου, εκεί κοντά, στράφηκαν να λοξοκοιτάξουν τον Ματ κάτω από τα λαμπερά παρασόλια. Τις κοίταξε συνοφρυωμένος, παρ' όλο που δύο από αυτές ήταν χαριτωμένες. Οι άλλες άρχισαν να γελούν και να κουτσομπολεύουν, λες κι είχε κάνει κάτι πολύ αστείο. Μια γυναίκα μπορούσε να κάνει κάτι μέχρι να σε πείσει ότι ανέκαθεν ήταν ικανή γι' αυτό. Έπειτα, θα έκανε κάτι διαφορετικό, απλώς για να σε συγχύσει. Όμως είχε υποσχεθεί στον Ραντ ότι θα εξασφάλιζε την επιστροφή της Ηλαίην στο Κάεμλυν, όπως επίσης της Νυνάβε και της Εγκουέν. Ομοίως, είχε υποσχεθεί στην Εγκουέν πως θα φρόντιζε για την ασφάλεια των άλλων δύο στο ταξίδι προς το Έμπου Νταρ, για να μην αναφέρουμε την Αβιέντα. Αυτό ήταν το τίμημα τού να πάει την Ηλαίην στο Κάεμλυν. Όχι ότι του είχαν αναφέρει για ποιον λόγο έπρεπε να είναι εδώ. Σε καμία περίπτωση. Ούτε είκοσι λέξεις δεν είχαν ανταλλάξει μαζί του από τότε που ήρθε σε αυτήν την καταραμένη πόλη!

«Θα φροντίσω για την ασφάλειά τους», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του, «ακόμα κι αν χρειαστεί να τις χώσω μέσα σε βαρέλια και να τις σύρω με καρότσι μέχρι το Κάεμλυν». Ίσως ήταν ο μοναδικός άντρας στον κόσμο που έλεγε κάτι τέτοιο για τις Άες Σεντάι άφοβα, συμπεριλαμβανομένων του Ραντ κι όσων υποστηρικτών είχε συγκεντρώσει. Άγγιξε το μενταγιόν με την αλεπουδοκεφαλή που κρεμόταν μέσα από το πουκάμισό του, για να βεβαιωθεί πως βρισκόταν εκεί, μολονότι δεν το έβγαζε ποτέ, ακόμα κι όταν έκανε μπάνιο. Είχε κι ελαττώματα, αλλά σε έναν άντρα άρεσαν οι υπενθυμίσεις.

«Το Τάραμπον θα πρέπει να είναι φοβερό για μια γυναίκα που δεν έχει συνηθίσει να αυτοπροστατεύεται», μουρμούρισε ο Τζούιλιν. Παρακολουθούσε τρεις άντρες καλυμμένους με μαντίλια, που φορούσαν κουρελιασμένα πανωφόρια και ξεχειλωμένα παντελόνια, τα οποία κάποτε ήταν λευκά. Ανέβαιναν με δυσκολία την αντικριστή όχθη, μπροστά από ένα ζευγάρι φρουρών που κουνούσαν απειλητικά τα ρόπαλά τους. Κανένας νόμος δεν απαγόρευε στους φτωχούς να πηγαίνουν κάτω από το πλέγμα, αλλά οι φρουροί των καταστιχογράφων είχαν θεσμοθετήσει δικό τους. Οι δύο νοστιμούλες που προηγουμένως έριχναν ματιές στον Ματ έμοιαζαν να στοιχηματίζουν μεταξύ τους αν οι Ταραμπονέζοι θα ξέφευγαν από τους φρουρούς.