«Έχουμε υπεραρκετές γυναίκες εδώ χωρίς συναίσθηση του τι ακριβώς κάνουν», του είπε ο Ματ. «Πήγαινε ξανά στην προβλήτα και περίμενε να έρθει ο Θομ. Πες του πως τον χρειάζομαι το συντομότερο δυνατόν. Θέλω να μάθω τι σχεδιάζουν εκείνες οι ανόητες καταραμένες γυναίκες».
Το βλέμμα που του έριξε ο Τζούιλιν μαρτυρούσε ξεκάθαρα πως θεωρούσε τον ίδιο ανόητο. Σε τελική ανάλυση, αυτό προσπαθούσαν να μάθουν για περισσότερο από ένα μήνα τώρα, από τότε που είχαν φτάσει εδώ. Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στους τρεις άντρες που είχαν τραπεί σε φυγή, κίνησε να πάρει τον δρόμο απ' όπου είχε έρθει, παίζοντας για άλλη μια φορά το νόμισμα στο χέρι του.
Ο Ματ κοίταξε συνοφρυωμένος πέρα από τον αγωνιστικό χώρο. Απείχε μόλις πενήντα βήματα από τα πλήθη στην άλλη μεριά και διάφορες φάτσες πετάγονταν γύρω του - ένας καμπούρης ασπρομάλλης γέρος με γαμψή μύτη, μια γυναίκα με αυστηρό πρόσωπο κάτω από ένα καπέλο σχεδόν εξ ολοκλήρου καλυμμένο με λοφία, ένα ψηλός τύπος σαν λέλεκας ντυμένος με πράσινο μετάξι και χρυσαφιά κοτσίδα, μια στρουμπουλή αλλά χαριτωμένη νεαρή γυναίκα με σαρκώδη χείλη, που έμοιαζε έτοιμη να ξεντυθεί. Όσο περισσότερη ζέστη έκανε, τόσο λεπτότερα και λιγότερα ρούχα φορούσαν οι γυναίκες στο Έμπου Νταρ. Ωστόσο, για πρώτη φορά δεν τους έδωσε μεγάλη σημασία. Είχαν περάσει βδομάδες από την τελευταία φορά που είχε δει φευγαλέα τις γυναίκες που τον απασχολούσαν τώρα.
Η Μπιργκίτε σίγουρα δεν χρειαζόταν κανέναν να την πάρει από το χεράκι. Ήταν Κυνηγός του Κέρατος, κι όποιος την ενοχλούσε θα έβρισκε σίγουρα τον μπελά του. Η δε Αβιέντα... Το μόνο που χρειαζόταν ήταν κάποιον να τη συγκρατεί, για να μη μαχαιρώνει όποιον την κοίταζε κάπως λοξά. Απ' όσο μπορούσε να συμπεράνει, θα μπορούσε να μαχαιρώσει όποιον ήθελε, εκτός φυσικά από την Ηλαίην. Παρ' ότι η καταραμένη Κόρη-Διάδοχος κοιτούσε τους πάντες αφ' υψηλού, εντούτοις έκανε τα γλυκά μάτια στον Ραντ· το ίδιο έκανε κι η Αβιέντα όταν ήταν μαζί του, αν και κατά τα άλλα θα μαχαίρωνε όποιον άλλον άντρα τής έριχνε μια ματιά. Ο Ραντ ήξερε συνήθως πώς να φέρεται στις γυναίκες, αλλά είχε πέσει στον λάκκο με τα φίδια από τη στιγμή που άφησε αυτές τις δύο να κάνουν παρέα. Η καταστροφή δεν απείχε πολύ, κι ο λόγος που δεν είχε ήδη συμβεί ήταν άγνωστος στον Ματ.
Για κάποια αιτία, η ματιά του έπεσε πάλι στη γυναίκα με το αυστηρό πρόσωπο. Ήταν ελκυστική, σχεδόν σαν αλεπού. Την υπολόγισε στην ηλικία της Νυνάβε· ήταν δύσκολο να προσδιορίσει από απόσταση, αλλά μπορούσε να κρίνει τις γυναίκες το ίδιο εύκολα με τα άλογα. Οι γυναίκες, βέβαια, μπορούσαν να σε εξαπατήσουν γρηγορότερα από οποιοδήποτε άλογο. Λεπτοκαμωμένη. Για ποιον λόγο, άραγε, του θύμιζε άχυρο; Απ' όσο μπορούσε να δει κάτω από το πλουμιστό καπέλο, τα μαλλιά της ήταν μαύρα. Κανένα πρόβλημα.
Η Μπιργκίτε κι η Αβιέντα μπορούσαν μια χαρά να τα βγάλουν πέρα μόνες τους χωρίς ο ίδιος να αναλάβει τον ρόλο του ποιμένα. Φυσιολογικά, το ίδιο θα έλεγε για την Ηλαίην και τη Νυνάβε, ανεξάρτητα από την ισχυρογνωμοσύνη, την έπαρση και την απίστευτη φορτικότητά τους. Το ότι τόσον καιρό ενεργούσαν στα μουλωχτά τα έλεγε όλα. Η ισχυρογνωμοσύνη ήταν το κλειδί. Ανήκαν στο είδος των γυναικών που κάλλιστα θα επέπλητταν έναν άντρα επειδή μπερδεύεται στα πόδια τους, κι έπειτα θα τον επέπλητταν ξανά επειδή δεν ήταν παρών όταν τον χρειάζονταν. Όχι, βέβαια, πως ακόμα και τότε θα παραδέχονταν ότι τον είχαν ανάγκη. Αν έβαζες ένα χεράκι να βοηθήσεις, ανακατευόσουν σε ξένα χωράφια· αν δεν έκανες τίποτα, ήσουν ένας αναξιόπιστος χαραμοφάης.
Η γυναίκα με το αλεπουδίσιο πρόσωπο, από την απέναντι μεριά, εμφανίστηκε ξανά στο οπτικό του πεδίο. Όχι, δεν του θύμιζε άχυρο αλλά στάβλο. Ήταν, όμως, εξίσου ακατανόητο, αν κι είχε περάσει πολύ ευχάριστες στιγμές μέσα σε στάβλους, παρέα με νεαρές αλλά και με μεγαλύτερες γυναίκες. Ωστόσο, αυτή εδώ φορούσε ένα απέριττο γαλάζιο μεταξωτό φόρεμα με ψηλό λαιμό, στολισμένο με χιονάτη δαντέλα μέχρι το πηγούνι της, ενώ άλλες δαντέλες κάλυπταν τα χέρια της. Μάλλον επρόκειτο για κάποια λαίδη, κι ο Ματ απέφευγε τις αριστοκράτισσες σαν να ήταν μεταδοτική ασθένεια. Έπαιζαν τον ρόλο της ψηλομύτας με την ίδια άνεση που θα έπαιζαν άρπα, περιμένοντας ότι ένας άντρας θα έδινε πάντα το «παρών» σε κάθε νεύμα τους. Όχι, όμως, ο Ματ Κώθον. Παραδόξως, έκανε μόνη της αέρα με μια ολόκληρη αρμαθιά από λευκά λοφία. Πού ήταν η υπηρέτρια της; Ένα μαχαίρι. Γιατί τον έκανε να σκεφτεί ένα μαχαίρι; Και... φωτιά; Κάτι φλεγόμενο, τέλος πάντων.