Выбрать главу

Κουνώντας το κεφάλι του, προσπάθησε να συγκεντρωθεί σε θέματα μεγαλύτερης σημασίας. Οι μνήμες άλλων αντρών, αναμνήσεις μαχών, ανακτόρων, χωρών εξαφανισμένων πριν από αιώνες, γέμιζαν τις τρύπες μέσα στο μυαλό του, μέρη που η δική του ζωή έπαιζε ελάχιστο ρόλο ή ήταν εντελώς ανύπαρκτη. Για παράδειγμα, μπορούσε να θυμηθεί αρκετά καθαρά το φευγιό από τους Δύο Ποταμούς μαζί με τη Μουαραίν και τον Λαν, αλλά σχεδόν τίποτα μέχρι που έφτασε στο Κάεμλυν. Παρόμοια κενά υπήρχαν τόσο πριν, όσο και μετά. Αν, λοιπόν, ολόκληρα χρόνια της νιότης του είχαν χαθεί έτσι, από πού κι ως πού περίμενε να αναγνωρίζει κάθε γυναίκα που είχε συναντήσει; Ίσως αυτή τού θύμιζε κάποια άλλη, νεκρή για περισσότερο από μία χιλιετία. Μα το Φως, αυτό συνέβαινε συχνά. Ακόμα κι η Μπιργκίτε γαργαλούσε τη μνήμη του μερικές φορές. Τέλος πάντων, η αλήθεια είναι πως υπήρχαν τέσσερις γυναίκες που κατά καιρούς αιχμαλώτιζαν τον νου του. Αυτές ήταν όντως ό,τι πιο σημαντικό.

Η Νυνάβε κι οι υπόλοιπες τον απέφευγαν λες κι είχε ψείρες. Πέντε φορές είχε βρεθεί στο παλάτι, κι αυτές τον είχαν δει μια φορά όλη κι όλη, απλώς για να του πουν ότι είναι πολύ απασχολημένες και να τον ξαποστείλουν σαν να ήταν το παιδί για τα θελήματα. Όλα αυτά έδειχναν μονάχα ένα πράγμα. Πίστευαν ότι θα μπλεκόταν στα πόδια τους, κι ο μόνος λόγος που θα έκανε κάτι τέτοιο θα ήταν αν κινδύνευαν. Δεν ήταν εντελώς ηλίθιες. Ανόητες μερικές φορές αλλά όχι ηλίθιες. Αν πίστευαν ότι υπήρχε κίνδυνος, πράγματι υπήρχε. Σε κάποια σημεία της πόλης, αν ήσουν ξένος ή έδειχνες πλούσιος, θα μπορούσες να καταλήξεις με ένα μαχαίρι μπηγμένο στα πλευρά. Αυτό ούτε η διαβίβαση δεν μπορούσε να το εμποδίσει, στην περίπτωση που εκείνες δεν θα το αντιλαμβάνονταν εγκαίρως. Κι αυτός βρισκόταν εδώ με τον Ναλέσεν και με μια ντουζίνα παλικάρια της Ομάδας, οι δε Θομ και Τζούιλιν, που διέμεναν στους κοιτώνες των υπηρετών του παλατιού, τεμπέλιαζαν ολημερίς. Αυτές οι ξεροκέφαλες γυναίκες μάλλον θα κατέληγαν με τους λαιμούς τους κομμένους. «Όχι, αν μπορώ να το αποτρέψω», γρύλισε.

«Τι πράγμα;» είπε ο Ναλέσεν. «Κοίτα, Ματ, μπαίνουν στη γραμμή. Που να κάψει το Φως την ψυχή μου, ελπίζω να έχεις δίκιο. Αυτό το παρδαλό δεν μου φαίνεται και τόσο τρελαμένο. Μάλλον ανυπόμονο είναι».

Τα άλογα σηκώνονταν στα πισινά τους πόδια κι έπαιρναν θέση ανάμεσα στους ψηλούς στύλους που ήταν καρφωμένοι στο έδαφος, ενώ τα μπλε, πράσινα, πολύχρωμα και ριγωτά σημαιάκια στην κορυφή τους ανέμιζαν στη ζεστή αύρα. Πεντακόσια βήματα μακρύτερα, στον διάδρομο με το πατικωμένο κοκκινόχωμα, αντίστοιχοι σημαιοστολισμένοι στύλοι σχημάτιζαν μια δεύτερη σειρά. Κάθε αναβάτης έπρεπε να κινηθεί κυκλικά γύρω από το σημαιάκι με το αντίστοιχο χρώμα, να το πιάσει από τα δεξιά και να επιστρέψει. Στα δύο άκρα της σειράς των αλόγων, ακριβώς μπροστά, στεκόταν κι από ένας καταστιχο-γράφος· από τη μία, μια παχιά γυναίκα, κι από την άλλη, ένας άντρας ακόμα παχύτερος. Αμφότεροι κρατούσαν ψηλά ένα άσπρο μαντίλι. Οι καταστιχογράφοι εναλλάσσονταν και δεν επιτρεπόταν να δέχονται στοιχήματα από τη στιγμή που η κούρσα είχε ξεκινήσει.

«Που να με πάρει και να με σηκώσει», μουρμούρισε ο Ναλέσεν.

«Μα το Φως, άνθρωπέ μου, ηρέμησε. Θα τα κάνεις θάλασσα με τη ράφτρα σου». Ένα βουητό έπνιξε τις τελευταίες λέξεις, καθώς τα μαντίλια κατέβηκαν και τα άλογα ξεχύθηκαν μπροστά. Ακόμα κι ο ήχος των οπλών τους καλυπτόταν από την οχλαγωγία. Στις πρώτες δέκα δρασκελιές ο Άνεμος πήρε προβάδισμα, με τον Όλβερ γαντζωμένο στη χαίτη του, ενώ το καστανό μουνούχι με την ασημένια χαίτη ήταν ελάχιστα πιο πίσω. Ο παρδαλός ακολουθούσε ακόμα πιο πίσω, εκεί που οι βιτσιές των αναβατών έπεφταν σύννεφο.

«Σ' το είπα πως το καστανό ήταν επικίνδυνο», μούγκρισε ο Ναλέσεν. «Δεν έπρεπε να στοιχηματίσουμε».

Ο Ματ δεν μπήκε στον κόπο να του απαντήσει. Είχε άλλο ένα πουγκί στην τσέπη και μερικά διασκορπισμένα νομίσματα. Αποκαλούσε το πουγκί «σπόρο». Με τη βοήθειά του, όπως και με τη βοήθεια μερικών νομισμάτων κι ενός παιχνιδιού με ζάρια, θα μπορούσε να αποκαταστήσει την περιουσία του ό,τι κι αν θα συνέβαινε το πρωί. Στα μισά της διαδρομής, ο Άνεμος εξακολουθούσε να είναι επικεφαλής, με το καστανό ακριβώς πίσω, προπορευόμενο σχεδόν δύο μέτρα από το επόμενο άλογο. Ο παρδαλός είχε μείνει πέμπτος. Τα πράγματα θα γίνονταν επικίνδυνα έπειτα από τη στροφή. Οι αναβάτες όσων αλόγων είχαν μείνει πίσω κατά παράδοση προσπαθούσαν να τραυματίσουν εκείνους που έκαναν κύκλο γύρω από τους πασσάλους μπροστά τους.