Η ματιά του Ματ ακολούθησε την κούρσα, αλλά ξαφνικά έπεσε ξανά πάνω στη γυναίκα με το αυστηρό πρόσωπο... κι αποτραβήχτηκε. Οι κραυγές και τα ουρλιαχτά του πλήθους άρχισαν να εξασθενούν. Η γυναίκα κουνούσε τη βεντάλια της προς το μέρος των αλόγων και χοροπηδούσε φρενιασμένα, αλλά ξαφνικά ο Ματ την είδε ντυμένη με ένα αχνοπράσινο φόρεμα κι έναν πτυχωμένο γκρίζο μανδύα, με τα μαλλιά της πιασμένα σε ένα αφρώδες δίχτυ από δαντέλα και με τη φούστα κομψά ανασηκωμένη, καθώς προσπαθούσε να διασχίσει έναν στάβλο, όχι πολύ μακριά από το Κάεμλυν.
Ο Ραντ ήταν ακόμα ξαπλωμένος πάνω στο αχυρένιο στρώμα γογγύζοντας, μολονότι ο πυρετός έμοιαζε να έχει υποχωρήσει. Αν μη τι άλλο, δεν ούρλιαζε πια σε ανθρώπους που δεν βρίσκονταν εκεί. Ο Ματ κοίταξε καχύποπτα τη γυναίκα καθώς εκείνη γονάτιζε δίπλα στον Ραντ. Ίσως μπορούσε να βοηθήσει, όπως ισχυριζόταν, αλλά ο Ματ δεν εμπιστευόταν πια τους ανθρώπους όπως παλιότερα. Τι δουλειά είχε μια τόσο ντελικάτη κυρία σε έναν χωριάτικο στάβλο; Χαϊδεύοντας τη στολισμένη με ρουμπίνια λαβή του εγχειριδίου που έκρυβε στο πανωφόρι του, αναρωτήθηκε για ποιον λόγο εμπιστευόταν κάποτε τους ανθρώπους. Ποτέ δεν τον είχε ωφελήσει. Ποτέ.
«...αδύναμος σαν νεογέννητο γατάκι», έλεγε η γυναίκα καθώς έβαζε το χέρι της κάτω από τον μανδύα του. «Νομίζω πως...»
Ένα μαχαίρι εμφανίστηκε ξαφνικά στο χέρι της, στοχεύοντας τον λαιμό τον Ματ, ο οποίος θα ήταν νεκρός, αν δεν είχε αντιδράσει αστραπιαία. Πέφτοντας κάτω, την έπιασε από τον καρπό, σπρώχνοντας το όπλο μακριά κι ακουμπώντας με μια σαρωτική κίνηση την κυρτή λάμα της Σαντάρ Λογκόθ στον λεπτοκαμωμένο λευκό της λαιμό. Η γυναίκα πάγωσε και προσπάθησε να κοιτάξει την κοφτερή ακμή που βαθούλωνε το δέρμα της. Εκείνος ήθελε διακαώς να της κόψει τον λαιμό. Ειδικά μόλις αντίκρισε το σημείο που το εγχειρίδιό της είχε καρφωθεί στον τοίχο του στάβλου. Γύρω από τη λεπτή λάμα υπήρχε ένας μαύρος καμένος κύκλος, ενώ μια αραιή τούφα γκρίζου καπνού αναδυόταν από το ξύλο που ήταν έτοιμο να τυλιχτεί στις φλόγες.
Ριγώντας, ο Ματ έτριψε με το ένα χέρι τα μάτια του. Κουβαλούσε επάνω του το μαχαίρι της Σαντάρ Λογκόθ που είχε κοντέψει να τον σκοτώσει, αφήνοντας όλα αυτά τα κενά στη μνήμη του, αλλά πώς μπορούσε να ξεχάσει μια γυναίκα που αποπειράθηκε να τον δολοφονήσει; Μια Σκοτεινόφιλη -το είχε παραδεχτεί μόνη της- η οποία δοκίμασε να τον σκοτώσει με ένα εγχειρίδιο που έκανε το νερό ενός κουβά να αναβράσει όταν το πέταξαν μέσα, αφού πρώτα είχαν κλειδώσει την ίδια στο δωματιάκι με τις σέλες και τα χαλινάρια. Μια Σκοτεινόφιλη η οποία είχε πάρει στο κυνήγι εκείνον και τον Ραντ. Πόσο πιθανό ήταν να βρίσκεται ταυτόχρονα με τον Ματ στο Έμπου Νταρ, και μάλιστα στις ιπποδρομίες της ίδιας μέρας; Ίσως η λέξη τα'βίρεν να απαντούσε σωστά στην ερώτηση —του άρεσε να το σκέφτεται, όπως του άρεσε να σκέφτεται το Κέρας του καταραμένου τού Βαλίρ- αλλά ήταν γεγονός πως οι Αποδιωγμένοι γνώριζαν το όνομά του. Το περιστατικό του στάβλου δεν αποτελούσε την τελευταία απόπειρα των Σκοτεινόφιλων να βάλουν τέλος στη ζωή του Ματ Κώθον.
Τρίκλισε καθώς ο Ναλέσεν άρχισε ξαφνικά να τον χτυπάει στην πλάτη. «Κοίτα τον, Ματ! Μα το Φως στα ουράνια, κοίτα τον!»
Τα άλογα είχαν κάνει τον κύκλο των στύλων κι ήταν έτοιμα να πάρουν στροφή. Με το κεφάλι τεντωμένο μπροστά και τη χαίτη με την ουρά να ανεμίζουν, ο Άνεμος όρμησε στον διάδρομο, με τον Όλβερ γαντζωμένο πάνω στη ράχη του λες κι ήταν κομμάτι της σέλας. Το αγόρι ίππευε σαν να ήξερε από γεννησιμιού του. Περισσότερο από ένα μέτρο πίσω του, ο παρδαλός κάλπαζε δαιμονισμένα, ενώ ο αναβάτης του τον κεντούσε με τη βίτσα σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να πλησιάσει περισσότερο. Βίτσιζαν σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής, μέχρι την τερματική γραμμή, με το αμέσως επόμενο άλογο να ακολουθεί σε απόσταση περίπου ενός μέτρου. Το καστανό με την ασπριδερή χαίτη έφτασε τελευταίο. Τα βογκητά κι οι γκρίνιες των χαμένων υπερκάλυπταν τις χαρούμενες κραυγές των κερδισμένων. Τα κουπόνια των πρώτων έπεφταν σαν βροχή στην πίστα, ενώ δεκάδες υπηρέτες έτρεχαν να την καθαρίσουν πριν από την επόμενη κούρσα.
«Πρέπει να βρούμε αυτήν τη γυναίκα, Ματ. Την έχω ικανή να σηκωθεί να φύγει χωρίς να πληρώσει όσα μάς χρωστάει». Απ' ό,τι είχε ακούσει ο Ματ, η συντεχνία των καταστιχογράφων δεν αστειευόταν όταν κάποιο μέλος της προσπαθούσε να ξεφύγει για πρώτη φορά· τη δεύτερη η τιμωρία ήταν αμείλικτη, αλλά δεν ήταν παρά κοινοί άνθρωποι, κι αυτό αρκούσε στον Ναλέσεν.
«Στέκεται εκεί, σε κοινή θέα». Ο Ματ τού έδειξε δίχως να αποτραβήξει τη ματιά του από τη Σκοτεινόφιλη με το αλεπουδίσιο πρόσωπο. Η γυναίκα, κοιτώντας άγρια ένα κουπόνι, το πέταξε στο έδαφος κι ανασήκωσε τη φούστα της για να το ποδοπατήσει. Προφανώς, δεν είχε στοιχηματίσει στον Άνεμο. Εξακολουθώντας να είναι θυμωμένη, άρχισε να ανοίγει δρόμο μέσα από το πλήθος. Ο Ματ κοκάλωσε. Έφευγε. «Μάζεψε τα κέρδη μας, Ναλέσεν, και μετά πήγαινε τον Όλβερ στο πανδοχείο. Αν χάσει το μάθημα της ανάγνωσης, πιο πιθανό είναι εσύ να φιλήσεις την αδελφή του Σκοτεινού παρά να αφήσει η Κυρά Ανάν τον μικρό να ξαναπάρει μέρος σε κούρσα».