«Πού πας;»
«Είδα μια γυναίκα που είχε προσπαθήσει να με σκοτώσει», αποκρίθηκε ο Ματ πάνω από τον ώμο του.
«Δώσε της κανένα μπιχλιμπίδι την επόμενη φορά», του φώναξε ο Ναλέσεν.
Δεν ήταν δύσκολο να την ακολουθήσει. Αυτό το πλουμιστό άσπρο καπέλο έμοιαζε με λάβαρο έτσι όπως εξείχε μέσα στο πλήθος. Οι χωμάτινες όχθες έδωσαν τη θέση τους σε μια τεράστια ανοικτή έκταση, όπου γυαλιστερές λουστραρισμένες άμαξες και κουβούκλια με καθίσματα περίμεναν κάτω από το παρατηρητικό βλέμμα των οδηγών και των φορέων. Το άλογο του Ματ, ο Πιπς, ήταν ένα από αυτά που φρουρούσαν τα μέλη της Αρχαίας και Σεβάσμιας Συντεχνίας των Σταβλιτών. Στο Έμπου Νταρ υπήρχε για καθετί και μια συντεχνία, κι αλίμονο σε όποιον έμπαινε στα χωράφια τους. Ο Ματ σταμάτησε, αλλά η γυναίκα προσπέρασε τα οχήματα που μετέφεραν όσους κατείχαν θέση ή χρήματα. Όχι μόνο δεν είχε υπηρέτρια αλλά ούτε καν κάποιον τίτλο. Αν κάποιος είχε λεφτά για να χρησιμοποιήσει μεταφορικό μέσο, απέφευγε να περπατήσει με αυτήν τη ζέστη. Μήπως ήταν δύσκολοι οι καιροί για τη Λαίδη;
Η Ασημένια Τροχιά απλωνόταν νότια του ψηλού λευκού γύψινου τείχους που κύκλωνε την πόλη· η γυναίκα, καλύπτοντας την απόσταση εκατό βημάτων του δρόμου που οδηγούσε στην πλατιά μυτερή αψίδα της Πύλης Μολντάιν, πέρασε στο εσωτερικό. Ο Ματ, πασχίζοντας να φανεί όσο πιο αδιάφορος γινόταν, την ακολούθησε. Η πύλη ήταν μια σκοτεινή σήραγγα δέκα πιθαμών, αλλά το καπέλο της ξεχώριζε ανάμεσα στο πλήθος που πηγαινοερχόταν. Όσοι περπατούσαν σπάνια φορούσαν καπέλα με λοφία. Έμοιαζε να ξέρει πολύ καλά πού πήγαινε. Τα λοφία αναδεύονταν μέσα από το πλήθος, μπροστά του. Η γυναίκα δεν φαινόταν να βιάζεται, αλλά βάδιζε με σταθερό βήμα.
Το Έμπου Νταρ λαμπύριζε λευκό στο πρωινό ηλιόφως. Λευκά παλάτια με κατάλευκους κίονες και σφυρήλατα μπαλκόνια με παραπετάσματα ξεφύτρωναν δίπλα σε στάβλους, σε μαγαζιά υφαντριών και μανάβηδων φτιαγμένα από σοβά, σε μεγάλα άσπρα σπίτια με περσίδες που έκρυβαν τα αψιδωτά παράθυρα. Ακόμα πιο δίπλα, υπήρχαν λευκά πανδοχεία με βαμμένες ταμπέλες, που κρέμονταν πάνω από τις εισόδους. Στις ανοικτές αγορές, κάτω από μακρόστενες οροφές, πρόβατα, κότες, μοσχάρια, χήνες και πάπιες έκαναν τέτοιο σαματά στον αυλόγυρο, ώστε οι κραυγές τους ανταγωνίζονταν τα αδέλφια τους που ήδη είχαν σφαγιαστεί και τώρα κρέμονταν από ψηλά. Όλα, πέτρες και σοβάδες, ήταν λευκά, εκτός από μερικές περιοχές βαμμένες με κόκκινο, γαλάζιο ή χρυσαφί χρώμα πάνω σε θόλους που έμοιαζαν με γογγύλια και μυτερούς οβελίσκους περιτριγυρισμένους από μπαλκόνια. Παντού υπήρχαν πλατείες, και σε καθεμία από αυτές δέσποζε ένας τεράστιος ανδριάντας σε βάθρο ή κάποιο σιντριβάνι που υπενθύμιζε πόση ζέστη έκανε, με τον κόσμο να συνωστίζεται γύρω του. Η πόλη έβριθε προσφύγων, χονδρεμπόρων και μεγαλεμπόρων. Ό,τι κι αν συνέβαινε, όλο και κάποιος έβγαινε ωφελημένος. Τα προϊόντα της Σαλδαία, που κάποτε πήγαιναν στο Άραντ Ντόμαν, κατηφόριζαν τώρα προς το Έμπου Νταρ. Κάτι ανάλογο συνέβαινε με την Αμαδισία και το Τάραμπον. Όλοι έκαναν σαν τρελοί για ένα νόμισμα, για χίλια νομίσματα, για μια μπουκιά. Η οσμή που πλανιόταν στον αέρα ήταν ένα μείγμα αρωμάτων, σκόνης κι ιδρώτα. Κατά κάποιον τρόπο, όλα ανέδιδαν μια μυρωδιά απόγνωσης.
Κανάλια γεμάτα πλοιάρια διέτρεχαν την πόλη, τεμνόμενα από δεκάδες γέφυρες· μερικές ήταν τόσο στενές, ώστε δεν χωρούσαν να περάσουν δύο άνθρωποι· άλλες τόσο πλατιές, ώστε σε κάθε τους μεριά υπήρχαν μαγαζιά που έμοιαζαν να αιωρούνται πάνω από τα νερά. Ο Ματ αντιλήφθηκε ξαφνικά πως το πλουμιστό καπέλο είχε σταματήσει σε ένα από αυτά. Σταμάτησε κι ο ίδιος, περικυκλωμένος από μια λαοθάλασσα. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν παρά ξύλινες κόχες με βαριά χοντρά μαδέρια, τα οποία χρησίμευαν ως παντζούρια για να κλείνουν τη νύχτα. Τώρα ήταν ανασηκωμένα, επιδεικνύοντας τις ταμπέλες των μαγαζιών. Η ταμπέλα πάνω από το πλουμιστό καπέλο παρίστανε μια χρυσή ζυγαριά κι ένα σφυρί, τα σύμβολα της συντεχνίας των χρυσοχόων, αν κι ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου καταστήματος δεν έδειχνε να ανήκει στα εύπορα μέλη. Μέσα από ένα κενό που παρουσιάστηκε στο πλήθος, ο Ματ είδε τη γυναίκα να κοιτάζει προς τα πίσω κι έτρεξε βιαστικά στο στενό στασίδι δεξιά του. Στον απέναντι τοίχο κρέμονταν δαχτυλίδια και τάβλες που επιδείκνυαν διάφορα είδη πολύτιμων λίθων, κομμένων σε ποικίλα σχέδια.