«Μήπως ο Άρχοντας επιθυμεί κάποιον καινούργιο σφραγιδόλιθο;» ρώτησε ο τύπος με την πτηνόμορφη όψη, καθισμένος πίσω από τον πάγκο. Υποκλίθηκε τρίβοντας τα χέρια του. Κάτισχνος σαν βέργα, δεν είχε την παραμικρή ανησυχία μήπως τον έκλεβαν. Στριμωγμένος σε μια γωνία, πάνω σε ένα σκαμνί, καθόταν ένας μονόφθαλμος άντρας, που σίγουρα θα είχε πρόβλημα να σταθεί όρθιος μέσα στο δωματιάκι. Ένα μεγάλο ρόπαλο, από το οποίο εξείχαν μερικές πρόκες, ήταν ακουμπισμένο ανάμεσα στα ογκώδη γόνατά του. «Μπορώ να φτιάξω οποιοδήποτε σχέδιο επιθυμεί ο Άρχοντας, κι έχω επίσης δοκιμαστικά δαχτυλίδια».
«Για να δω αυτό», είπε ο Ματ δείχνοντας κάτι στην τύχη. Έπρεπε να βρει μια δικαιολογία για την παρουσία του εδώ, μέχρι η γυναίκα να απομακρυνόταν. Ίσως ήταν καλή ευκαιρία να αποφασίσει τι ακριβώς θα έκανε.
«Έξοχο δείγμα της υψηλής τεχνοτροπίας, Άρχοντά μου, και φοριέται πολύ τελευταία. Είναι από χρυσάφι, αλλά μπορώ να το φτιάξω και με ασήμι. Πάντως, νομίζω πως το μέγεθος είναι το κατάλληλο, αν επιθυμεί ο Άρχοντας να το δοκιμάσει. Ίσως θέλετε να μελετήσετε τις φίνες λεπτομέρειες στο χάραγμα. Ο Άρχοντάς μου προτιμά χρυσό ή ασήμι;»
Με ένα γρύλισμα που ήλπισε πως θα εκλαμβανόταν ως απάντηση, ο Ματ πήρε το δαχτυλίδι από τα χέρια του χρυσοχόου και το πέρασε στον παράμεσο του αριστερού του χεριού, προσποιούμενος πως εξετάζει τη σκουρόχρωμη περιφέρεια της σκαλιστής πέτρας. Το μόνο που παρατήρησε ήταν ότι το δαχτυλίδι είχε το ίδιο μήκος με την άρθρωση του δαχτύλου του. Έβγαλε έξω το κεφάλι του και με την άκρη του ματιού του κρυφοκοίταξε τη γυναίκα μέσα από ένα άνοιγμα στον όγκο του πλήθους. Κρατούσε στο φως ένα πλατύ χρυσό περιδέραιο.
Υπήρχε Αστική Φρουρά στο Έμπου Νταρ, αλλά όχι πολύ αποτελεσματική και σπανίως εμφανιζόμενη στους δρόμους. Αν την κατήγγελλε, δεν θα είχε να προσάψει εναντίον της κάτι εκτός από την άποψή του κι, ακόμα κι αν τον πίστευαν, μερικά νομίσματα θα ήταν αρκετά για να την αφήσουν ελεύθερη. Η Αστική Φρουρά ήταν φθηνότερη κι από ειρηνοδίκη, παρ' όλο που κι οι δύο μπορούσαν να εξαγοραστούν, αν το προσφερόμενο χρυσάφι ήταν ικανοποιητικό, εκτός κι αν βρίσκονταν υπό την εποπτεία κάποιου ανώτερου.
Ο αναβρασμός του πλήθους αποκάλυψε έναν Λευκομανδίτη. Το κωνικό κράνος κι ο μεγάλος μεταλλικός θώρακάς του έλαμπαν σαν το ασήμι, ενώ ο κατάλευκος μανδύας με τον πολυάκτινο χρυσό ήλιο ανέμιζε πίσω του, καθώς ο άντρας βημάτιζε γεμάτος αυτοπεποίθηση ότι ο όχλος θα παραμέριζε στο πέρασμά του. Όπερ και εγένετο· ελάχιστοι θα έμπαιναν με τη θέλησή τους στον δρόμο ενός Τέκνου του Φωτός. Ωστόσο, μολονότι μερικά βλέμματα ξεγλιστρούσαν βιαστικά από το πέτρινο πρόσωπο του άντρα, άλλα τον κοίταζαν επιδοκιμαστικά. Η γυναίκα με το αυστηρό πρόσωπο όχι μόνο τον κοίταξε κατάματα, αλλά χαμογέλασε κιόλας. Μια κατηγορία εναντίον της ίσως να την έκλεινε στη φυλακή, ίσως κι όχι, αλλά σίγουρα θα έδινε το έναυσμα για να κυκλοφορήσουν στην πόλη ιστορίες σχετικά με Σκοτεινόφιλους στο Παλάτι Τάρασιν. Οι Λευκομανδίτες ήταν καλοί στο να ξεσηκώνουν τα πλήθη και, κατά τη γνώμη τους, οι Άες Σεντάι δεν ήταν παρά Σκοτεινόφιλες. Καθώς το Τέκνο του Φωτός την προσπέρασε, η γυναίκα άφησε κάτω το περιδέραιο, φανερά περίλυπη, και στράφηκε να φύγει.
«Σας αρέσει αυτή η τεχνοτροπία, Άρχοντά μου;»
Ο Ματ πετάχτηκε. Είχε ξεχάσει τον λιπόσαρκο άντρα και το δαχτυλίδι. «Όχι, δεν θέλω...» Συνοφρυωμένος, άρχισε να τραβάει το δαχτυλίδι από τον παράμεσο, αλλά αυτό δεν έβγαινε, σαν να είχε σκαλώσει!
«Μην το τραβάς, μπορεί να ραγίσει η πέτρα». Τώρα, που δεν ήταν πια υποψήφιος αγοραστής, είχε χάσει και τον τίτλο του Άρχοντα. Ρουθουνίζοντας, ο τύπος τον κοιτούσε αυστηρά, μη τυχόν και το έβαζε στα πόδια. «Έχω λίγο γράσο. Ντέριλ, πού είναι το δοχείο με το γράσο;» Ο φρουρός βλεφάρισε κι έξυσε το κεφάλι του, λες κι αναρωτιόταν τι ήταν το γράσο. Το πλουμιστό καπέλο κόντευε ήδη να φτάσει στην άκρη της γέφυρας.
«Θα το πάρω», είπε κοφτά ο Ματ. Δεν είχε καιρό για παζάρια. Έβγαλε μια χούφτα νομίσματα από την τσέπη του πανωφοριού του και τα άφησε άτσαλα στον πάγκο. Τα περισσότερα ήταν χρυσά και μερικά ασημένια. «Φτάνουν;»
Τα μάτια του χρυσοχόου γούρλωσαν. «Είναι κάπως πολλά», απάντησε τρέμοντας και γεμάτος αβεβαιότητα. Τα δάχτυλά του κόμπιασαν πάνω από τον σωρό των νομισμάτων, κι ύστερα δύο δάχτυλα έσπρωξαν ένα ζευγάρι ασημένια προς το μέρος του Ματ. «Τόσο πολλά;»
«Δώσ' τα στον Ντέριλ», γρύλισε ο Ματ καθώς το καταραμένο δαχτυλίδι γλίστρησε από το δάχτυλο του. Ο λιπόσαρκος άντρας μάζευε βιαστικά τα υπόλοιπα νομίσματα. Πολύ αργά για να κάνει πίσω τώρα. Ο Ματ αναρωτήθηκε πόσα παραπάνω είχε πληρώσει. Έχωσε το δαχτυλίδι στην τσέπη του και βγήκε έξω βιαστικά, στα ίχνη της Σκοτεινόφιλης. Δεν έβλεπε πουθενά το καπέλο.