Выбрать главу

Δίδυμες προτομές στόλιζαν την μία άκρη της γέφυρας· ωχρές μαρμάρινες γυναίκες, ύψους μίας απλωσιάς έκαστη, με το ένα στήθος γυμνό και το ένα χέρι ανασηκωμένο να δείχνει προς κάτι στον ουρανό. Στο Έμπου Νταρ, το γυμνό στήθος ήταν σύμβολο της γενναιοδωρίας και της τιμιότητας. Αγνοώντας τα βλέμματα που του έριχνε ο κόσμος, ο Ματ σκαρφάλωσε δίπλα σε μία από τις γυναίκες, στηριγμένος με το ένα μπράτσο γύρω από τη μέση της. Ένας δρόμος απλωνόταν κατά μήκος του καναλιού κι άλλοι δύο διακλαδίζονταν σε κάπως μεγαλύτερη απόσταση. Όλοι τους ήταν κατάμεστοι από κόσμο, άμαξες, φορεία με σκέπαστρα, σκευοφόρους και καρότσες. Κάποιος τού φώναξε δυνατά ότι οι αληθινές γυναίκες είναι πιο θερμές και μερικοί ανάμεσα στο πλήθος γέλασαν. Τα λευκά λοφία εμφανίστηκαν πίσω από μια βερνικωμένη γαλάζια άμαξα στην αριστερή διακλάδωση.

Ο Ματ πήδησε κάτω κι άρχισε να τρέχει ξοπίσω της, αγνοώντας τις βρισιές όσων έσπρωχνε για να περάσει. Ήταν μια παράξενη καταδίωξη. Με όλον αυτόν τον κόσμο, όλες αυτές τις άμαξες και τις καρότσες να μπαίνουν διαρκώς στον διάβα του, δεν μπορούσε να δει καθαρά την πορεία του λευκού καπέλου. Ανεβαίνοντας τρεχάλα τα πλατιά μαρμάρινα σκαλιά ενός αρχοντικού, έριξε άλλη μια ματιά τριγύρω και κατόπιν κατέβηκε κι άρχισε ξανά να σπρώχνει ανάμεσα στον όχλο. Η στεφάνη ενός ψηλού σιντριβανιού τον βοήθησε να δει λίγο πιο πέρα, και συνέχισε έτσι, ανεβαίνοντας σε ένα αναποδογυρισμένο βαρέλι ακουμπισμένο σε έναν τοίχο και σε ένα καφάσι ξεφορτωμένο από μια βοϊδάμαξα. Κάποια στιγμή γαντζώθηκε στο πλαϊνό μέρος μιας άμαξας, μέχρι που η οδηγός τον απείλησε με το μαστίγιό της για να κατέβει. Όμως, παρά το σκαρφάλωμα και τις παρατηρήσεις, δεν κατάφερε να προσδιορίσει την ακριβή κατεύθυνση της Σκοτεινόφιλης. Από την άλλη, δεν είχε ιδέα τι θα έπρεπε να κάνει εφ' όσον την έπιανε. Και ξαφνικά, ενόσω αυτός είχε χωθεί στο στενό γείσο, στην πρόσοψη ενός μεγάλου σπιτιού, η γυναίκα δεν βρισκόταν πια εκεί.

Κοίταξε έξαλλος τον δρόμο πάνω κάτω, αλλά τα λευκά λοφία δεν ανέμιζαν πια μέσα στο πλήθος. Μπροστά-μπροστά, υπήρχαν μισή ντουζίνα σπίτια σαν κι αυτό στο οποίο ήταν γραπωμένος, κάμποσα αρχοντικά διάφορων διαστάσεων, δύο πανδοχεία, τρεις ταβέρνες, το κατάστημα ενός μαχαιροποιού με μια πινακίδα που απεικόνιζε ένα μαχαίρι κι ένα ψαλίδι, το μαγαζί ενός ιχθυοπώλη με μια ταμπέλα πάνω στην οποία ήταν ζωγραφισμένα πενήντα είδη ψαριών, δύο υφάντρες κιλιμιών με διάφορα χαλάκια απλωμένα στα τραπέζια κάτω από τις τέντες, το μαγαζί ενός ράφτη καθώς κι ένα υφασματοπωλείο, δύο μαγαζιά με είδη βερνικιών, ένας χρυσοχόος, ένας αργυροχόος, ένας ενοικιαζόμενος στάβλος... Η λίστα ήταν μακρά. Η γυναίκα θα μπορούσε να έχει μπει σε οποιοδήποτε από αυτά τα κτίσματα ή σε κανένα. Ίσως να είχε στρίψει όταν δεν την παρακολουθούσε.

Πήδηξε κάτω, σταθεροποιώντας το καπέλο του και μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια του... και τότε την είδε, σχεδόν στην κορυφή της πλατιάς σκάλας που οδηγούσε σε ένα αρχοντικό περίπου απέναντί του, μισοκρυμμένη από τους ψηλούς ραβδωτούς κίονες που υψώνονταν μπροστά. Το ανάκτορο δεν ήταν και τόσο μεγάλο. Είχε μόνο δύο λεπτούς οβελίσκους κι έναν θόλο σε σχήμα αχλαδιού, βαμμένο κόκκινο. Ούτως ή άλλως, τα ισόγεια των ανακτόρων του Έμπου Νταρ φιλοξενούσαν τα καταλύματα του υπηρετικού προσωπικού και την κουζίνα. Τα καλύτερα δωμάτια βρίσκονταν ψηλότερα, όπου ο αέρας ήταν καθαρότερος. Θυρωροί με κιτρινόμαυρες λιβρέες υποκλίθηκαν βαθιά κι άνοιξαν τις σκαλιστές πόρτες προτού ακόμα πλησιάσει η γυναίκα. Ένας υπηρέτης στο εσωτερικό υποκλίθηκε ελαφρά λέγοντάς της κάτι, κι αμέσως στράφηκε για να την οδηγήσει στα ενδότερα. Ο Ματ θα στοιχημάτιζε ότι τη γνώριζαν πολύ καλά.

Λίγο αφότου οι πόρτες είχαν κλείσει, στάθηκε για λίγο να μελετήσει το ανάκτορο. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν το πολυτελέστερο στην πόλη, αλλά μονάχα ένας ευγενής θα μπορούσε να χτίσει κάτι παρόμοιο. «Μα το Χάσμα του Χαμού, ποιος ζει εδώ;» μουρμούρισε, βγάζοντας το καπέλο του για να κάνει λίγο αέρα. Σίγουρα όχι αυτή, αλλιώς δεν θα ερχόταν μέχρι εδώ πεζή. Ίσως με λίγες ερωτήσεις στις παρακείμενες ταβέρνες να λυνόταν το αίνιγμα. Φυσικά, ό,τι και να ρωτούσε θα μαθευόταν στο ανάκτορο. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο.

«Καρίντιν», είπε κάποιος. Ήταν ένας κοκαλιάρης ασπρομάλλης τύπος που ραχάτευε στη σκιά. Ο Ματ τον κοίταξε ερωτηματικά κι αυτός χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας κενά ανάμεσα στα δόντια του. Οι γερτοί του ώμοι και το ξεθωριασμένο του πρόσωπο, που έμοιαζε λυπημένο, ήταν παράταιρα με το προσεγμένο γκρίζο πανωφόρι του. Παρά τις δαντέλες που στόλιζαν τον λαιμό του, ο άνθρωπος αυτός ήταν η προσωποποίηση της κακομοιριάς. «Ρώτησες ποιος μένει εκεί. Το Αρχοντικό Τσέλσαϊν νοικιάστηκε στον Τζάιτσιμ Καρίντιν».