Ο Ματ σταμάτησε απότομα να κάνει αέρα με το καπέλο του. «Εννοείς τον πρέσβη των Λευκομανδιτών;»
«Μά'στα. Κι Εξεταστή του Χεριού του Φωτός». Ο ηλικιωμένος άντρας σήκωσε ένα ροζιασμένο δάχτυλο κι ακούμπησε ελαφρά το πλάι της μύτης του, η οποία έμοιαζε με ράμφος. Τόσο το δάχτυλο, όσο κι η μύτη, έμοιαζαν να έχουν σπάσει αρκετές φορές. «Δεν είναι να ασχολείσαι μαζί του, εκτός αν πρέπει, αλλά και πάλι πρέπει να το σκεφτείς».
Ασυναίσθητα, ο Ματ άρχισε να τραγουδάει ένα κομμάτι από την «Καταιγίδα του Βουνού». Όντως, δεν ήταν να ασχολείσαι με τέτοιους ανθρώπους. Οι Ανακριτές ήταν το χειρότερο είδος Λευκομανδιτών. Ένας Λευκομανδίτης Εξεταστής που είχε πάρε δώσε με μια Σκοτεινόφιλη.
«Ευχαριστώ...» Ο Ματ ξαφνιάστηκε. Ο τύπος είχε εξαφανιστεί σαν να τον κατάπιε το πλήθος. Ήταν παράξενο, αλλά του φάνηκε γνωστός. Ίσως επρόκειτο για άλλη μια από τις, εδώ και καιρό, νεκρές γνωριμίες που ξεπηδούσαν από τις αναμνήσεις του. Ίσως... Η σκέψη τον χτύπησε λες και το νυχτολούλουδο ενός Φωτοδότη εκρήγνυτο μέσα στο κεφάλι του. Ένας ασπρομάλλης άντρας με γαμψή μύτη. Αυτός ο ηλικιωμένος βρισκόταν στην Ασημένια Τροχιά και στεκόταν σχετικά κοντά στη γυναίκα που μόλις είχε μπει στο νοικιασμένο ανάκτορο του Καρίντιν. Στριφογυρίζοντας το καπέλο στα χέρια του, κοίταξε συνοφρυωμένος κι ανήσυχος το ανάκτορο. Ποτέ το Βαλτοτόπι δεν είχε τόσο βούρκο. Ένιωθε τα ζάρια να στριφογυρίζουν στο μυαλό του, κι αυτό ήταν ανέκαθεν κακό σημάδι.
15
Έντομα
Ο Καρίντιν δεν τράβηξε αμέσως τη ματιά του από την επιστολή που έγραφε όταν η Λαίδη Σιάιν, όπως αυτοαποκαλούνταν, μπήκε μέσα. Τρία μυρμήγκια πάλευαν απεγνωσμένα, καθώς είχαν παγιδευτεί στο υγρό μελάνι. Τα πάντα μπορεί να έδειχναν ότι βρίσκονταν στο χείλος του θανάτου, αλλά τα μυρμήγκια, οι κατσαρίδες και κάθε είδους παράσιτο έμοιαζε να ευδοκιμεί. Πίεσε το στυπόχαρτο με προσοχή. Δεν σκόπευε να το ξαναγράψει εξαιτίας μερικών μυρμηγκιών. Μια ενδεχόμενη αποτυχία στην αποστολή αυτής της αναφοράς ή μια αποτυχημένη αναφορά θα τον έφερνε στην ίδια μοίρα με αυτά τα τελματωμένα έντομα. Ωστόσο, ήταν ο φόβος ενός διαφορετικού είδους αποτυχίας που έδενε το στομάχι του κόμπο.
Δεν ανησυχούσε μήπως η Σιάιν διάβαζε όσα έγραψε. Χρησιμοποιούσε έναν κώδικα γνωστό μόνο στον ίδιο και σε άλλους δύο. Υπήρχαν τόσο πολλές ομάδες «Δρακορκισμένων» παντού, καθεμία υποστηριζόμενη από έναν πυρήνα των πιο έμπιστων αντρών του· κι άλλοι ακόμα, ίσως ληστοσυμμορίτες ή πιστοί αυτού του αποβράσματος, του αλ'Θόρ. Στον Πέντρον Νάιαλ μπορεί να μην άρεσε αυτό το τελευταίο, αλλά εκείνος είχε διατάξει να βυθιστούν η Αλτάρα και το Μουράντυ στο αίμα και στο χάος, από τα οποία μόνον ο Νάιαλ και τα Τέκνα του Φωτός μπορούσαν να τα σώσουν· ήταν μια τρέλα που σίγουρα θα αποδιδόταν στον περιβόητο Αναγεννημένο Δράκοντα. Αυτή τη διαταγή είχε ακολουθήσει. Ο τρόμος έζωνε για τα καλά και τις δύο χώρες. Οι φήμες για μάγισσες που διέσχιζαν την ίδια χώρα ήταν ένα επιπρόσθετο όφελος. Μάγισσες της Ταρ Βάλον και Δρακορκισμένοι, Άες Σεντάι που έπαιρναν μαζί τους νεαρές γυναίκες κι ανεδείκνυαν ψεύτικους Δράκοντες, φλεγόμενα χωριά κι άντρες καρφωμένοι στις πόρτες των αποθηκών τους -αυτές ήταν, λίγο πολύ, οι φήμες που κυκλοφορούσαν στους δρόμους. Ο Νάιαλ θα ένιωθε ευχαριστημένος και θα έστελνε περισσότερες εντολές. Πώς είχε την απαίτηση από τον Καρίντιν να αρπάξει την Ηλαίην Τράκαντ από το Παλάτι Τάρασιν, ήταν πέραν κάθε λογικής.
Άλλο ένα μυρμήγκι προσπάθησε να διασχίσει τρεχάλα το επενδυμένο με φίλντισι τραπέζι και να ανέβει στη σελίδα, αλλά ο αντίχειρας του άντρα έπεσε βαρύς, βάζοντας τέλος στη ζωή του εντόμου. Και λεκιάζοντας μια λέξη, με αποτέλεσμα να μη βγαίνει νόημα. Ολόκληρη η αναφορά έπρεπε να φτιαχτεί εκ νέου. Χρειαζόταν επειγόντως ένα ποτό. Υπήρχε μπράντυ σε μια κρυστάλλινη καράφα πάνω σε ένα τραπέζι κοντά στην πόρτα, αλλά δεν ήθελε να τον δει η γυναίκα να πίνει. Καταπνίγοντας έναν στεναγμό, παραμέρισε το γράμμα και τράβηξε από το μανίκι του ένα μαντίλι για να σκουπίσει το χέρι του. «Λοιπόν, Σιάιν, έχεις να αναφέρεις κάποια πρόοδο ή μήπως ήρθες πάλι για λεφτά;»
Η γυναίκα τού χαμογέλασε τεμπέλικα από τη σκαλιστή πολυθρόνα με την ψηλή ράχη στην οποία καθόταν. «Υπάρχουν δαπάνες άρρηκτα συνδεδεμένες την έρευνα», απάντησε, σχεδόν με την προφορά μιας Αντορινής αριστοκράτισσας. «Ειδικά αν δεν επιθυμούμε αδιάκριτες ερωτήσεις».
Οι περισσότεροι άνθρωποι θα ταράζονταν στην όψη του Τζάιτσιμ Καρίντιν, ακόμα κι όταν καθάριζε τη μύτη της πένας του· θα ταράζονταν από το ατσάλινο πρόσωπο και τα βαθουλωτά μάτια, τη λευκή κάπα που έφερε τον χρυσό πολυάκτινο ήλιο των Τέκνων του Φωτός, αποτυπωμένο πάνω στην πορφυρή ποιμενική ράβδο του Χεριού. Όχι, όμως, η Μίλι Σκέιν. Αυτό ήταν το πραγματικό όνομα της γυναίκας, παρ' όλο που η ίδια δεν ήξερε ότι ο Καρίντιν το γνώριζε. Κόρη σελοποιού από ένα χωριό κοντά στην Ασπρογέφυρα, είχε πάει στον Λευκό Πύργο στα δεκαπέντε της, κι αυτό ήταν ένα ακόμα γεγονός που θεωρούσε μυστικό. Δεν ήταν και το καλύτερο ξεκίνημα, να γίνει Σκοτεινόφιλη επειδή οι μάγισσες της είπαν πως δεν θα μάθαινε ποτέ να διαβιβάζει. Ωστόσο, προτού ακόμη κλείσει ένας χρόνος, όχι μόνο είχε ενταχθεί σε έναν κοινωνικό κύκλο στο Κάεμλυν, αλλά είχε διαπράξει και τον πρώτο της φόνο. Στα επόμενα εφτά έτη, πρόσθεσε στο ενεργητικό της άλλους δεκαεννέα. Ήταν από τις καλύτερες Ασασίνους που κυκλοφορούσαν και μια κυνηγός ικανή να βρει οτιδήποτε κι οποιονδήποτε. Αυτά είχαν πει στον Καρίντιν όταν του την έστειλαν. Υπήρχε ένας κύκλος που πλέον έδινε αναφορά αποκλειστικά σε αυτήν. Αρκετά μέλη του ήταν ευγενείς και σχεδόν όλοι μεγαλύτερης ηλικίας, αλλά τίποτε από αυτά δεν είχε σημασία για αυτούς που υπηρετούν τον Μέγα Άρχοντα. Μια άλλη ομάδα που δούλευε για τον Καρίντιν είχε ως αρχηγό έναν μονόφθαλμο, ζαρωμένο και ξεδοντιάρη ζητιάνο, ο οποίος συνήθιζε να πλένεται μόνο μία φορά τον χρόνο. Υπό άλλες συνθήκες, ο ίδιος ο Καρίντιν θα γονυπετούσε μπροστά στον Γερο-Κούλλι· ήταν το μόνο όνομα που αποδεχόταν ο δύσοσμος αλήτης. Η Μίλι Σκέιν σίγουρα θα σερνόταν στα τέσσερα απέναντι στον Γερο-Κούλλι, όπως κι οποιοδήποτε μέλος του κύκλου της, είτε ήταν ευγενής είτε όχι. Ο Καρίντιν γινόταν έξαλλος στη σκέψη πως η «Λαίδη Σιάιν» θα έπεφτε στα γόνατα εν ριπή οφθαλμού, αν ο γερο-αλήτης με τα ανάκατα μαλλιά έμπαινε ξαφνικά στο δωμάτιο, αλλά πως με τον ίδιο δεν είχε πρόβλημα να κάθεται με σταυρωμένα τα πόδια, χαμογελώντας και κουνώντας νευρικά το πασουμάκι της, λες κι ανυπομονούσε να συμβεί κάτι τέτοιο. Είχε πάρει διαταγές να τον υπακούει απόλυτα από κάποιον που, μπροστά του, ακόμα κι ο Γερο-Κούλλι θα σερνόταν. Επιπλέον, χρειαζόταν απεγνωσμένα μια επιτυχία. Οι πλεκτάνες του Νάιαλ μπορούσαν να πάνε στα κομμάτια, οι δικές του όμως όχι.